επιβιώνω  

  •    überleben
  •    ich überlebe

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

epiviono, epibiwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
επιβιώσει
μετοχή (ενεστώτας)
επιβιώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας επιβιώνω επιβιώνεις επιβιώνει επιβιώνο(υ)με επιβιώνετε επιβιώνουν(ε)
παρατατικός επιβίωνα επιβίωνες επιβίωνε επιβιώναμε επιβιώνατε επιβίωναν, επιβιώναν(ε)
αόριστος επιβίωσα επιβίωσες επιβίωσε επιβιώσαμε επιβιώσατε επιβίωσαν, επιβιώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα επιβιώνω θα επιβιώνεις θα επιβιώνει θα επιβιώνο(υ)με θα επιβιώνετε θα επιβιώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα επιβιώσω θα επιβιώσεις θα επιβιώσει θα επιβιώσο(υ)με θα επιβιώσετε θα επιβιώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω επιβιώσει έχεις επιβιώσει έχει επιβιώσει έχο(υ)με επιβιώσει έχετε επιβιώσει έχουν(ε) επιβιώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα επιβιώσει είχες επιβιώσει είχε επιβιώσει είχαμε επιβιώσει είχατε επιβιώσει είχαν(ε) επιβιώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω επιβιώσει θα έχεις επιβιώσει θα έχει επιβιώσει θα έχο(υ)με επιβιώσει θα έχετε επιβιώσει θα έχουν(ε) επιβιώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να επιβιώνω να επιβιώνεις να επιβιώνει να επιβιώνο(υ)με να επιβιώνετε να επιβιώνουν(ε)
αόριστος να επιβιώσω να επιβιώσεις να επιβιώσει να επιβιώσο(υ)με να επιβιώσετε να επιβιώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω επιβιώσει να έχεις επιβιώσει να έχει επιβιώσει να έχο(υ)με επιβιώσει να έχετε επιβιώσει να έχουν(ε) επιβιώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας επιβίωνε επιβιώνετε
αόριστος επιβίωσε επιβιώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15