εντυπωσιάζω  

  • beeindrucken
    upvotedownvote
  • imponieren
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... δεν ήμουν σε θέση να αντέξω. Μου χρειάστηκε καιρός για να μάθω να μην εντυπωσιάζομαι από εκείνες τις πρώτες εντυπώσεις των κριτικών. Το βρίσκω τόσο ηλίθιο ...

... 15 ετών. Όταν συναντάει σε εκείνα τα μέρη τυχαία μια ομάδα ιπποτών, εντυπωσιάζεται από την ηρωική τους όψη και τα κατορθώματά τους και επιθυμεί να γίνει ...

... κάτι που αποτελεί ρεκόρ. Το 1999, υπέγραψαν στο WWE και συνέχισαν να εντυπωσιάζουν (άλλαξε το όνομά του σε Μπούμπα Ρέι). Για ορισμένο διάστημα στην νέα ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

entiposiazo, entypwsiazw


Deutsche Synonyme zu: εντυπωσιάζω

Eindruck machen beeindrucken imponieren Eindruck schinden (eine) imponierende Erscheinung beeindruckend sein (eine) (beeindruckende) Persönlichkeit sein etwas vorstellen (Person) etwas darstellen (Person) (eine) Ausnahmeerscheinung (sein) Wirkung haben (etwas) hermachen (ein) Statussymbol (sein) (jemandem) Ehrfurcht einflößen (jemanden) mit Ehrfurcht erfüllen bestechen (sich) zur Geltung bringen imponierend (sein) (jemand) von Format

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15