είσπραξη  

  •    Einkassieren
  •    Sammlung
  •    Kollektion

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ispraksi, eispraksh


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ είσπραξη εισπράξεις
Genitiv είσπραξης
& εισπράξεως
εισπράξεων
Akkusativ είσπραξη εισπράξεις
Vokativ είσπραξη εισπράξεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15