αυτοκινητοδρόμιο  

  •    Rennbahn
  •    Rennstrecke

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

aftokinitodromio, aftokinitothromio, aytokinhtodromio


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ αυτοκινητοδρόμιο αυτοκινητοδρόμια
Genitiv αυτοκινητοδρομίου αυτοκινητοδρομίων
Akkusativ αυτοκινητοδρόμιο αυτοκινητοδρόμια
Vokativ αυτοκινητοδρόμιο αυτοκινητοδρόμια
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15