αποτρίχωση  

  • Enthaarung
  • Waxing
  • das Einwachsen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

apotrichosi, apotrixwsh


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ αποτρίχωση αποτριχώσεις
Genitiv αποτρίχωσης
& αποτριχώσεως
αποτριχώσεων
Akkusativ αποτρίχωση αποτριχώσεις
Vokativ αποτρίχωση αποτριχώσεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15