έρμα  

  • Ballast
    upvotedownvote

Beispielsätze

Αυτή μου έδωσε αυτά τα παλιά κέρματα.

Αγόρασα μερικά φρέσκα αβγά που είχανε μόλις έρθει από τη φέρμα.

Δούλεψα σε μία φέρμα.

Quelle: ellasevia, ellasevia, ellasevia


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

erma


Deutsche Synonyme zu: έρμα

Ballast Gewicht Ersatzlast


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ έρμα έρματα
Genitiv έρματος ερμάτων
Akkusativ έρμα έρματα
Vokativ έρμα έρματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15