Unser Wörterbuch



αβαείο

αβέβαιος -η -αία -ο

αβεβαιότητα

Αβέρωφ

Αβραάμ

αβροφροσύνη

αγαθά

αγαθό

άγαλμα

άγαμος

αγανάκτηση

αγανακτισμένος -η -ο

αγάπανθος

αγάπη

αγαπημένα

αγαπημένος

αγαπημένος -η -ο

αγαπητικός

αγαπητός

Αγάπιος

αγαπούλα

αγαπώ

αγγελία

Αγγλία

αγγλική

αγία

αγιασμός

άγιος

αγκάθι

αγκαθιά

αγκαινίαστος

αγκαλιά

αγκωνάρι

άγναφος -η -ο

αγορά

αγοράζω

αγόρι

αγράμματος

αγριαίνω

αγριελιά

αγρίεμα

αγριεμένος -η -ο

αγριεύω

αγχίνοια

αγχίνους -ους

αγχίνους -ους -ουν

άγχος

αγωνιστικά

αδελφή

αδελφός -ή -ό

αδερφός

αδιάφορος -η -ο

άδικος -η -ο

αδίκως

αδούλωτος

αειθαλή

αεροβόλο

αεροδρόμιο

αερόπλανο

αερόσακος

αεροσυμπιεστής

αετός

αηδία

αηδιάζω

αηδιασμένος -η -ο

Αθηνά

αιγύπτιος -α -ο

Αίγυπτος

αιδώς

αιματάκι

αιματηρά

αιματηρός -ή -ά -ό

αιματοκρίτης

αιματοκύλισμα

αιματολογία

αιματουρία

αιματοχυσία

αιμάτωμα

αιμάτωση

Αινείας

αίνεσις

αίνιγμα

αίνος

αινώ

αισθάνομαι

αιχμή

αιχμηρός -ή -ά -ό

άκακος -η -ο

ακολουθώ

ακόμα

ακόμη

ακούμπα

ακριβά

ακριβής -ής -ές

ακριβοζυγισμένος -η -ο

ακριβός

ακριβός -ή -ό

ακριβώς

άκρο

ακτινο-

ακτινοβόληση

ακτινοβολία

ακτινογραφία

ακτινοδιαγνωστική

ακτινοθεραπευτής

ακτινολόγος

αλαζονεία

αλάνα

αλεξίπτωτο

αλλά

αλλαξο-

άλλη

αλλιώς

αλλό

αλλο-

άλλος

άλλωστε

αλφάβητο

αμάν

αμαρτία

αμέσως

αμήχανος -η -ο

άμμος

άμοιρο

αμόλυντος

αμόρφωτος

αμπάς

αμπελιά

Αμπελόκηποι

αμπελουργικά

αμφιβολία

αμφότεροι

αμφότεροι -ες -α

αν και

αν μη

αναγάπητος

αναγάπιστος -η -ο

αναγέννηση

αναγκάζω

αναγκαίο

ανάγκη

αναγνωστήριο

αναγνωστικό

αναζήτηση

ανάκειμαι

ανάκληση

αναλαμβάνω

αναλυτική

ανάμικτος -η -ο

ανάπηρος

αναπληρωτής

ανάπτυξη

αναχώρηση

ανδαμώνω

άνδρας

Άνδρος

ανεβαίνω

ανέμη

ανεμομάζεμα

ανεμομάζωμα

ανεμομαχία

ανεμώνη

ανέστη

ανηφόρα

ανηφόρι

ανηφορικά

ανηφορικό

ανηφόρισμα

ανήφορο

ανήφορος

ανθίας

ανθούλα

ανθρωπο-

άνθρωπος

ανιμώμαι

ανιψιά

ανιψιός

ανοηταίνω

ανόητο

ανοητολογία

ανόητος

ανόητος -η -ο

ανοητούλης

ανοήτως

ανοιξαντάρια

ανοιξιάτικα

ανοιξιάτικος -η -ο

ανοιχτά

ανοιχτο-

ανοιχτός

ανοιχτός -ή -ό

ανοσολογία

ανταμοιβή

ανταποδίδω

ανταποκρίνομαι

ανταπόκριση

άντε

αντί

αντίθεση

αντίθετα

αντίθετο

αντικείμενο

αντιμετώπιση

αντίο

αντίσταση

αντίστοιχα

αντίστοιχο

άντρας

αντρασκελωτά

αντσούγια

Αντώνης

ανυπομονώ

ανωτέρω

αξία

αξιαγάπητος -η -ο

αξίνα

αξινάρης

αξινάρι

αξιναριά

αξίνη

αξίνι

αξίνιστος -η -ο

αξιοθέατο

αξιολόγηση

αξιόλογο

αξίωμα

αοιδός

απαίσιο

απαισιόδοξα

απαίτηση

απαλό

απάντηση

απαρτιζόμενος -η -ο

απαρτίζω

απάτητα

απατώ

άπειρο

απελεύθερος

απελευθερώνω

απελευθέρωση

απελπισμένος -η -ο

απελπιστικός -ή -ό

απέναντι

απεναντίας

απεσπασμένος -η -ο

απήτις

άπλα

απλή

απλός

απλώνω

απλώς

από

από πάντα

απόγευμα

αποδεσμευμένος -η -ο

αποδοχές

αποθήκη

απόλουση

απολούσιμον

απόλυση

απολυσιά

απολυσιώνας

απολυσσιάζω

απόλυτος -η -ο

απολύτως

απομνηματογράφος

απομνημόνευμα

απομνημονευματικός -ή -ό

απομνημονευματογραφία

απομνημονευμένος -η -ο

απομνημόνευση

απομνημονευτικός -ή -ό

αποποίηση

απορία

απόσταση

αποστελλόμενος -η -ο

αποστέλλω

αποστολή

απόστολος

αποτάζω

αποτελείωμα

αποτέλεσμα

αποτελεσματικά

αποτελώ

αποτέφρωση

απότομο

αποτρίχωση

απόφαση

απόφασις

αποφασισμένα

αποφασισμένος -η -ο

απόφοιτος -η -ο

αποχωρώ

αποχωρών -ούσα -ούν

απόψε

άποψη

αποψινός -ή -ό

απόψυξη

απρόσκοπτος

απών

άραγε

άραγες

αράπης

αράπικο

αργά

άργησις

αργώ

αρέτα

αρετή

Αρετό

Αρετσού

αρθρίτιδα

αρθριτικός

αρθριτικός -ή -ό

αριστερό

Αρκάς

αρκεί

αρκετά

αρκετός

αρκούδα

αρνί

αρνούμαι

αρπάζω

αρπάσσω

αρχαία

αρχαίο

αρχείο

αρχή

αρχικά

ασκητής

ασκώ

άσπιλος

αστέρι

αστός

άστοχα

αστρονομία

αστυνομικός

Αστυπάλαια

ασφάλεια

ασφαλής

ασφάλιση

ασφαλώς

άσχημα

άσχημο

ασχολίζω

άτομο

ατύλωτος -η -ο

ατύχημα

αυθάδεια

αυλή

αύξηση

αύξησις

αύριο

αύριον

αυτί

αυτό

αυτο-

αυτοκίνητο

αυτοκινητο-

αυτοκινητοβιομηχανία

αυτοκινητοβιομήχανος

αυτοκινητοδρόμιο

αυτοκίνητος -η -ο

αυτοματικά

αυτονόητος -η -ο

αυτόπτης

αυτός

αυτοσυγκράτηση

αυτού

αφεντικό

αφήνω

αφής

αφησμός

άφθονα

άφιξη

αφορμή

αφρόνως

Αχαρνές

αχός

άχου

αχούρι

αχυροσκεπή

αχυρώνας

αχώριστος

βάζω

βαθμολογία

βάλλω

βαλοτρύπα

βάλτος

βαλτός -ή -ό

βάπτισμα

βάρδια

βαρυ-

βαρύς -ιά -ύ

βάση

βασιλιάς

βασίλισσα

βαστάρω

βγάζω

βγαίνω

βγάνω

βγατίζω

βγίος

βδέλλα

βδομάδα

βέβαια

βεβαιότητα

βεβαίως

βεβαίωση

βέλο

βελτίωση

βελτιώσιμος -η -ο

βελτιωτικός -ή -ό

βενζίνη

βέρα

βία

βιάση

βιαστικά

βιαστικός

βιομηχανία

βιομηχανικός -ή -ό

βίος

βλάκας

βλακεία

βλαμμένος -η -ο

βλέμμα

βλεμματίζω

βλεπάτορας

βλεπάτορος

βλεπιάς

βλέπω

βοήθεια

βολά

βοριάς

βουζούνα

βουλή

βραδινός

βράδυ

βρε

βρίσκομαι

βρίσκω

βρομιά

βροτοσώστης

γάλα

γαλάζιος

γαλακτοκομία

γαλακτομπούρεκο

γαληνεύω

γαλήνη

γάμα

γαμήσι

γαμησιάτικα

γαμιόλης

γάμμα

γάμος

γαμώ

γαμώτο

γαρ

γαρίδα

γαριφαλιά

γαρνιτούρα

γάρος

γάτουλο

γεγονός

γεια

γείρω

γειτόνισσα

γεναίκα

γενικός

γερμανικός

γέρος

γεύμα

γεύσις

γεωπονικός -ή -ό

γήπεδο

γης

για

για IV

για να

γιαγιά

γιαλός

Γιάννης

γιαούρτι

γιασεμί

γιάση

γιασιμίν

γιατί

γιατό

γιατρός

γιαχνί

γινάτι

γίνομαι

γίνωμα

γκάζι

γκαζιά

γλάστρα

γλοιώδης -ης -ες

γλύκα

γλυκο-

γλυτώνω

γλυφάδα

γλύφανο

γλυφή

γλυφίδα

γλυφίζω

γλυφός

γλυφός -ή -ό

γλυφότητα

γλύω

γλώσσα

γονατίζω

γονατιστός

γονατιστός -ή -ό

γουρλομάτης -α -ικο

γούρλωμα

γουρουνόπουλο

γουστάρω

γραιά

γραμματική

γρήγορα

γυαλί

γυναίκα

γυναικάριον

γυνο-

γυρισμός

γύρω

δαμάσκηνο

δαμασκηνός -ή -ό

δανείζω

δανειστής

δανειστικός -ή -ό

δεδικασμένο

δεδομένος -η -ο

δείξος

δείπνο

δεις

δείχνω

δεκάρα

δελτίο

δεν

δένδρο

δέντρο

δένω

δεξαμενόπλοιο

δεόντως

δεσμός

δέσποινα

δεσποινάτος

δεσποινάχατ

δέων -ουσα -ον

δημαρχία

δημιούργηση

δημιουργώ

δημόσιος

διαβάζω

διαβάθμιση

διάβασμα

διαβήτης

διάβολος

διαδέχομαι

διαδίδω

διαδικασία

διαδοσίας

διαδρομή

διάδρομος

διαζύγιο

διαθέτω

διακαής -ής -ές

διακόσιοι -ες -α

διάκριση

διαλεχτός -ή -ό

διαλογούμαι

διάλος

διαμαρτυρία

διαμονή

διαμόρφωση

διανοητικός -ή -ό

διανυκτού

διάολος

διαπλάθω

διάρκεια

διασταυρούμενος -η -ο

διασταυρώνω

διασταύρωση

διασωλήνωση

διατηρώ

διατροφή

διαύγεια

διαφάνεια

διαφήμιση

διαφθορά

διαφορά

διαφορετικός

διαφορετικός -ή -ό

διάφοροι -ες -α

διαφοροποίηση

διάφραγμα

διαφυγή

διαφωνία

διαφωνώ

διαχείριση

διβάνι

διβάρι

διβουλία

δίβουλος -η -ο

διδάσκω

διεθνής -ής -ές

διεκδικώ

διεύθυνση

διευθυντής

δικαιολογία

δικαστήριο

δικαστήριον

δίκτυο

δίλεπτο

δίλημμα

διλημματικός -ή -ό

διλικάτος

δίλογος

διλοχία

διοίκηση

διοργάνωση

διότι

διοχετεύω

διπλασιασμός

διπλιάζω

διχοστασία

δίχως

διχωστάς

διώκτης

διωκτικός

διωκτικός -ή -ό

διώκτρα

δίωξη

δοκιμάζω

δολοφονία

δόξα

δοξάζω

δοξαριά

δοξασμός

δοσάς

δουλεία

δούλος

δρομέας

δρομή

δρομικός

δρομικός -ή -ό

δρομολογώ

δύνη

δυστυχώς

δυσφήμιση

δώδεκα

δωδεκα-

δωδεκάδα

Δωδεκαήμερο

εβδομήκοντα

εβραιολογία

εβραιολόγος

εβραιοπούλα

εβραιόπουλον

Εβραίος

εγκατασταίνω

εγκυκλοπαίδεια

έγκυος

εγκωμιάζω

εγκώμιο

εγνώρ‑

έγχρωμος -η -ο

εγώ

έδαφος

εδώ

εθιμικός -ή -ό

είμαι

είμαι·

ειμαρμένη

είναι

εισιτήριος -α -ο

είσπραξη

εισρέω

εισρίπτω

εισροή

εκάς

εκάτερον

εκατέρωθεν

εκατό

εκατομμύριο

εκδήλωση

εκδίδω

εκδίδωμι

εκείνος

εκκίνηση

εκλέπτυνση

εκμετάλλευση

εκπόρευση

εκπορευτός

εκπόρθηση

εκπορθητής

εκπόρνευση

εκπορνεύω

εκπρόσωπος

εκτιμώ

εκτός

έκτοτε

εκτύλωση

έλασμα

έλαφος

ελαφρός

ελαφρός -ιά -ό

ελάχιστος -η -ο

έλεος

Ελλαδώνυμοι

ελλειπτικός

ελλείπων -ουσα -ον

ελληνικός -ή -ό

ελπίζω

εμαγιέ

εμβαδόν

εμβάζω

εμπιστοσύνη

εμπνέω

εμπόρευμα

εμπορικό

εμπόριο

έμπορος

εμπρός

εμφάνιση

έν τον

ενάντια

εναντίον

εναρμόνιση

έναρξη

ένας

ένδειξη

ενδιαφέρον

ένεκα

ένεκεν

ενέργεια

ενεργοποίηση

ένεση

ενεχυρίαση

ενέχυρο

ενεχυροδανειστήριο

ενθουσιασμός

ενθουσιαστικός -ή -ό

ενικός

ενίοτε

εννέα

εννεα-

ενοικιάζω

ενοικίαση

ενοικιαστήριο

ενοχλητικός -ή -ό

ενοχλώ

εντάξει

ένταξη

εντατικός -ή -ό

εντολή

έντομο

εντός

εντύνω

ενώ

ένωση

εξαγριώνομαι

εξαγριώνω

εξαίρεση

εξαιρετικός -ή -ό

εξαίρετος

εξαιτίας

εξαναπουλώ

εξασκώ

εξασφαλίζω

εξαφάνιση

εξέγερση

εξέδρα

εξειδίκευση

εξέλιξη

εξερεύνηση

εξέταση

εξεταστικός -ή -ό

εξετελειώνω

εξήγηση

εξήγησις

έξι

εξοικονόμηση

εξόν

εξτρεμιστής

εξυπηρέτηση

εξυπηρετικός -ή -ό

εξυπηρετώ

έξυπνος

εορταστικός -ή -ό

εορτή

επάγγελμα

επανάγωγο

επαναληπτικός -ή -ό

επαφή

επαφήνω

επαφίεμαι

επέδραμα

επείγων -ουσα -ον

έπειτα

επέκταση

επενδύω

επηρεάζω

επιβεβαίωση

επιβιβάζω

επιβίβαση

επιβιώνω

επίδραση

επιλογή

επίλυση

επιμελούμαι

επιμένω

επιμένων

επίσης

επισκεπάζω

επισκεπτήριο

επισκέπτης

επισκέπτομαι

επισκευάζω

επισκευαστικός -ή -ό

επισκευή

επίσκεψη

επίσκεψις

επισκόπηση

επίσκοπος

επιστήμονα

επιστολή

επιστρέφω

επιστροφή

επισυνάπτω

επιταγή

επιτέλους

επίτευγμα

επιτρέπω

επιτροπή

επιτυχία

επιφυλάσσω

επιχείρηση

επόμενος -η -ο

επομένως

εργασία

εργαστήριο

ερεθισμός

έρευνα

ερευνώ

ερημία

ερθομός

έρμα

έρχομαι

έρωτας

ερώτηση

εσμός

έσσω

εστί

εστιμιάζω

έστω

εσύ

έτοιμα

έτσι

ευαρεστούμαι

ευάριθμος -η -ο

ευδαιμονισμός

ευκαιρία

ευκαριστ‑

ευκαταφρόνητος -η -ο

εύρεσις

ευρετήριο

ευφρόσυνος

ευφυής

ευφυολογώ

ευχαριστία

ευχάριστος

ευχάριστος -η -ο

ευχαριστώ

ευχαριστώ·

ευχαρίστως

εύχομαι

εύψυχα

εφάπαξ

εφημερίδα

εφτά

έχει

εχεμύθεια

εχθές

εχθρός

έχτρα

έχω

έχων -ουσα -ον

έως

ζάντα

ζευγάρι

ζήτα

ζήτηση

ζήτησις

ζουμί

ζυμαρικό

ζωνάρι

ζωντοχήρος

ζώο

ζωολόγος

ζωοτροφή

ζωοτροφία

ήδη

ηλικία

ηλιοθεραπεία

ημερολόγιο

ημερομηνία

ημιυπόγειος -α -ο

ησκιό

ήσυχος

θάλασσα

θάνατος

θείωση

θέλησις

θελόποιμα

θελός

θέλω

θεοδώρητος

θεολογία

Θεός

θεοσεβής -ής -ές

θεούσα

θερμίδα

θερμικός -ή -ό

θέση

θηλασμός

θησαυρός

θόλος

θορυβημένος

θόρυβος

θρεπτικός

θρεπτικός -ή -ό

θρησκεία

θυμάμαι

θυμίζω

θυμούμαι

θυμώνω

θωράκιο

ίαση

ιάσιμος -η -ο

ίασπις

ίασπος

ιδανικό

ιδιαίτερος -η -ο

ίδιος -α -ο

ιερό

ιερο-

ιερός

ιερός -ή -ό

ικανός

ικανός -ή -ό

ινκόγνιτο

ιππικός

ιπποδύναμη

ιππότης

ιπποτικός -ή -ό

ίσκιος

ίσκιωμα

ισοπεδώνω

ίσος

ίσος -η -ο

ισοσταθμίζω

Ισραήλ

ισραηλινός -ή -ό

ισραηλιτικός

ισραηλιτικός -ή -ό

ισχυρά

ισχυρός

ίσως

ιχνηλασία

ιχνηλάτης

κάβα

καθαρισμός

καθαρο-

κάθαρση

κάθε

καθώς

και

καινουριο-

καιρός

καΐσι

κακοποίηση

κάλα

καλάθι

καλαίσθητος -η -ο

καλαμιά

κάλαμος

καλέ

καλέμι

καλημέρα

καλημερίζω

καλημέρισμα

καλημερούδια

καληνύχτα

καληνυχτίζω

καληνυχτούδια

καλησπέρα

καλησπερίζω

καλησπερούδια

καληώρα

καλλιέργεια

καλλιστεία

καλλιτέχνης

καλλιτεχνικός -ή -ό

καλλυντικός -ή -ό

καλό

καλο-

καλοκαίρι

κάλος

καλπασμός

καλπαστικός -ή -ό

καλσόν

κάλυμμα

καλύτερος -η -ο

κάλυψη

καλώδιο

καμάκι

καμαρώνω

καμιόνι

καμπάνα

καμπαρντίνα

καναρίνι

κανείς

κανένας κανείς καμία καμιά κανένα

κανναβούρι

κανονιά

κανονίζω

καντήλι

καντηλίτσα

κάνω

κάπα

κάποιος

κάποιος -α -ο

κάποτε

κάπως

κάρα

καραγιαπί

καράγιος

καρδιά

καρδιαγγειακός -ή -ό

καρδιακά

καρδιακός

καρδιακώς

καρδιαλγία

καρικατούρα

καρπο-

καρπός

καρπουζιά

καρποφορά

καρπώ

κάρτα

κασμάς

κάτα

κατα-

κατακάθι

κατακάθισμα

καταλαβαίνω

κατανόηση

κατανομή

καταντήνω

κατάπληκτος -η -ο

καταστατικός -ή -ό

καταφανής -ής -ές

κατάφαση

καταφερτζής

καταφέρω

καταφύγιο

κατεψυγμένος

κατεψυγμένος -η -ο

κατηγόρια

κάτι

κατιτί

κατιτίς

κατοικία

κατοικίζω

κατοικούμενα

κατοχύρωση

καψούρα

καψούρης

κε

κέικ

κείμενα

κείμενον

κείνος

κελάρι

κέραμος

κεραμοσκεπή

κεραμοσκεπής -ής -ές

κεραυνός

κερδίζω

κερνάτορας

κηπουρός

κίβδηλος

κιθάρα

κιλό

κιλο-

κιμάς

κινητός

κιόλας

κισσός

κλαημένος

κλαίω

κλάμα

κλάμαν

κλείσιμο

κλέπτω

κλοπιμαίος

κοιλαράς

κοιλία

κοίμηση

κοιμήσικος -η -ο

κοίμησις

κοίμισμα

κοιμιστικός -ή -ό

κοινωνία

κοινωνιο-

κοινωνιολογικός -ή -ό

κοιτάζω

κόκα κόλα

κοκκινο-

κολάν

κολάρο

κολιέ

κολιός

κόλλα

κολλίω

κόλο

κολοκύθας

κολοκυθιά

κολύμβηση

κομπόστα

κόντα

κοπελιά

κορδώνω

κόριζα

κορίτσι

κοροϊδεύω

κορσές

κόρυζα

κορυζιάρης

κορυφή

κορφή

κοσμοκράτωρ

κόστα

κότα

κουδούνι

κουκουβάγια

κουμπί

κούνημα

κούνισμα

κουνιστός -ή -ό

κουνίστρα

κουπέ

κουρέλι

κουτάκι

κουτί

κουτία

κούτσα

κούτσα κούτσα

κουτσαίνοντας

κράλης

κρασάκι

κρατώ

κραυγή

κρεβάτι

κρείττων

κριθάρι

κρίμα

κρίνω

κρίση

κρισιά

κρισιμένος

κρίσις

κριτήριο

κριτήριον

κριτής

κριτικάρω

κριτική

κριτικός

κριτικός -ή -ό

κριτσίνι

κρύβω

κρύψιμο

κρύωμα

κρυώνω

κτίριο

κυβέρνηση

κύκλος

κυλώ

κυμάτισμα

κυνηγώ

κύπρον

κύρια

κυριακός

κυρίως

κωλο-

κωλομέρι

κωλόπαιδο

κώλος

κωλοτρυπίδα

κωλοφαρδία

κωλόφαρδος -η -ο

κωλόχαρτο

λαγνεία

λάθος

λαϊκισμός

λαϊκιστής

λαϊκιστικός -ή -ό

λαιμός

λαμβάνω

λαμπρότητα

λαπάς

Λαρισαίος

λαχανικό

λαχανόκηπος

λεβέντης

λειτουργία

λειψ-

λείψανο

λείψις

λειψός -ή -ό

λέξη

λεξιλόγιο

λεπτά

λέω

λήγω

λήμμα

λησμονημός

λησμονιά

λησμονιάρης

λησμονώ

λίγο

λίγωμα

λιγωμάρα

λιμάνι

λίρα

λιρέτα

λογάκι

λογιστής

λόγος

λόγω

λοίμωξη

λουλούδι

λούμπεν

λυγαριά

λυγίζω

λύπη

λύρα

λύση

μαγαζί

μαγείρευμα

μαγειρεύσιμος

μαγειρευτός -ή -ό

μαγειρεύω

μάγισσα

μαγιστράτος

μάγιστρος

μάγκας

μαγκιά

μαζεύω

μαθαίνω

μάθημα

μαθηματικά

μάθηση

μαθητής

μαθώς

μαινάς

μαίνομαι

μακάρι

μακάριος

μακριά

μαλαγάνας

μαλάκα

μαλάκας

μαλακία

μαλάκιο

μαλακός

μάλαμα

μαλαχτός

μάλιστα

μάλλον

μαλώνω

μανούρι

μαντρί

μαρία

μαριόλικος -η -ο

Μας

ματά

ματα-

μάταια

ματζόρε

μάτην

μάτι

ματιά

ματιάζω

μάτιασμα

μάτισμα

μάτσα

ματσούκα

μαυρο-

μαχαίρι

μάχη

με

μεγα-

μεγαλο-

μεγαλώνω

μεδέ

μεθέλκω

μέλι

μένος

μενού

μενουέτο

μένω

μέρα

μεράκι

μερακλής

μερακλώνω

μεραρχία

μερικά

μερικοί

μερικοί -ές -ά

μερικός

μερικός -ή -ό

μερικώς

μερίς

μέσα

μεσογειακός -ή -ό

μέσον

μέτα

μεταβάλλω

μετακομίζω

μέταξα

μεταξάς

μεταξύ

μεταξωτός -ή -ό

μεταπείθω

μετατοπίζω

μετατροπή

μετάφραση

μετέωρο

μέτρο

μεχάνι

μέχρι

μηλαδέρφι

μηλάρι

μήνα

μήποτε

μήπως

μήτηρ

μηχανή

μια

μιζέρια

μιζέρικα

μικρο-

μίλημα

μιλητός -ή -ό

μιλώ

μιμούμαι

μίνα

μισάδι

μισοκλέβω

μισόκλειστος -η -ο

μνεία

μνημόνιο

μόδα

μοίρα

μοιράζω

μοιραστής

μοιχαλίς

μοιχεία

μόλις

μολών λαβέ

μονάκριβος

μονάκριβος -η -ο

μοναξιά

μόνο

μου

μουκανίζω

μουλιάζω

μούνε

μουνί

μουνόπανο

μούντζα

μουντζούρα

μουντζουρώνω

μούντος

μουριά

μουρμούρα

μουρμούρης

μουρμουρητό

μουρμουρίζω

μουσική

μουσμουλιά

μούτρα

μπακαλοτέφτερο

μπαράζ

μπαστούνι

μπαστουνιά

μπογαλάκι

μπόρεση

μπόρεσις

μπορώ

μπουζούκι

μπουκάλι

μπουκέτο

μπουκιά

μπουκλέ

μπούκωμα

μπουκωμένα

μπουρού

μπρος

μπροστά

μυκώμαι

μυλαύλακο

μύτη

μωρέ

μωρό

να

ναι

νάιλον

ναός

ναρκοπέδιο

νέα

νεο-

νέος

νεράκι

νεράτζ‑

νερό

νερο-

νερολούλουδο

νεροχελώνα

νεύω

νεφέλη

νησί

νιπτήρας

νοίκι

νομίζω

νομικός

νόμιμα

νομοθεσία

νόμος

νοοτροπία

νοσοκομείο

νοσοκόμος

νουμηνία

νούμιον

νούμισμα

νουμμίον

νοώ

ντε

ντεμί

ντεμί σεζόν

ντέρτι

ντέρτικος -η -ο

ντίβα

ντομάτα

ντόρτια

ντουλάπα

ντουλάπι

ντουνιάς

ντροπή

ντύνω

νυν

νυχιά

νύχτα

νυχτερινός -ή -ό

ξανοίγω

ξαφνικός

ξεγέλασμα

ξεμένω

ξενάγηση

ξένιος

ξενο-

ξενοδοχείο

ξένος -η -ο

ξενών

ξέρω

ξέρω·

ξεστολίζω

ξεστόλισμα

ξεστομάτου

ξεστομίζω

ξετελειώνω

ξέφτισμα

ξεχασιάρης -α -ικο

ξεχωρίζω

ξυλεία

ξύλο

όαση

οδός

οικιακός

οικιακός -ή -ό

οικογένεια

οικοδόμος

οικονομικό

οικονομικός -ή -ό

οικοπεδοποίηση

οινοποιία

οκτακόσιοι

ολά

οληνυκτίς

όλο

ολοκληρωμένος -η -ο

ολοκληρώνω

όλος

Ολύμπια

ολυμπιάδα

ολυμπιακός -ή -ό

ολυμπιονίκης

ολύμπιος -α -ο

ολυμπισμός

ομάδα

ομαλός

ομιλών

ομόλογο

ομόνοια

ομορφιά

ομόσημος -η -ο

ομοσμένα

ομοσπονδία

ομοσπονδιακός -ή -ό

ομόσπονδος -η -ο

όμως

ονείραμα

όνειρο

όντως

οξεία

οξιά

οξύα

όποιος -α -ο

οποιοσδήποτε οποιαδήποτε οποιοδήποτε

όποτε

οπουδήποτε

ορέα

ορείχαλκος

ορεκτικά

όρεξη

όρεξις

οριακός -ή -ό

ορισμός

ορίστε

ορριάριος

ορρωδώ

ορυάκι

όσα

όσον

όσπριο

όστρακο

όταν

ότι

ούζο

ουλάκης

ούρα

Ουρανός

ούτε

οφτός

όχι

οχιά

όψις

πάγκος

παγώνι

παιγνίδι

παιγνίδιον

παιδεία

παίδευση

παιδιά

παιδιακίσιος -α -ο

παϊζίον

παιζογελώ

παίζω

παίρνω

παις

παιχνίδι

παλαιο-

πάλι

παλτό

παμμεγέθης

παμμέγεθος

παμμέγιστος

παμμέγιστος -η -ο

παμφιλής

Παναγία

πανδοχείο

πανεπιστήμιο

πανέρι

πανί

πανό

πάνου

πάντα

Παντάνασσα

παντέλεια

παντέλειος

παντελής

παντελής -ής -ές

παντελόνι

παντελονιά

παντελώς

πάντες

παντζάρι

παντζούρι

παντο-

παντού

παντρεύω

πάντως

πάνω

παπα-

πάπας

παπί

πάπια

πάπλωμα

παπλωματάδικο

παπούγκιν

παπούτσα

παπουτσάδικο

παπουτσής

παπούτσι

παπούτσωμα

παππούς

παπυρολογία

παπυρολόγος

πάπυρος

πάρα

παρα-

παραγγελία

παράγοντας

παραγωγή

παράδοση

παρακαλώ

παρακάμπτω

παράκαμψη

παρακάτω

Παράκλητος

παρακολούθηση

παραλία

παραμεθόριος -α -ος -ο

παραμελώ

παραμένω

παραμυθητικός -ή -ό

παραμύθι

παραμυθία

παράξενος -η -ο

παραπολιτικός -ή -ό

παραπονεμένος -η -ο

παράπονο

Παρασκευή

παράταση

παρατήρηση

παρατηρητής

παρατηρώ

παράτολμος -η -ο

παραφρονώ

παράφρων -ων -ον

παρεπιδημώ

παρηγόρια

παρόλο

παρουσία

παρουσίαση

παρτούζα

παρωτίδα

πάσα

πατάκι

πατέ

πατέρας

πατήρ

πατούσα

παύλα

παχυ-

παχυδερμισμός

παχύσαρκος -η -ο

παχύτητα

πεδιάδα

πεδίο

πεθαίνω

πείνα

πεινώ

πειραχτήρι

πείσμα

πεισματώνω

πεισμώνω

πειστικός -ή -ό

πελάτης

Πέμπτη

πέμπω

πένα

πενήντα

πένθος

πενικιλίνη

πέντε

πεποίθηση

πέρα

πέραν

πέρας

πέραση

περασιά

πέρασμα

περασμένος -η -ο

περαστός -ή -ό

περί

περι-

περιβάλλον

περιβάλλω

περιγιάλι

περιγραφή

περικύκλωση

περιμένω

περιοδικό

περιοχή

περίπου

περίπτωση

περίσσεια

περισσότερο

περισσότερος -η -ο

περιφανής -ής -ές

περίφημος -η -ο

περνώ

πέρσι

πέστροφα

πετιμέζι

πέτρα

πετρέλαιο

πετυχαίνω

πετυχημένος -η -ο

πέψη

πηγάδι

πηγάζω

πηγαινοέρχομαι

πηγαίνω

πηγαίος -α -ο

πήδημα

πηδητικός -ή -ό

πηδηχτός -ή -ό

πια

πιάζ

πιανίστας

πιάστρα

πιατέλα

πιάτο

πιατοθήκη

πικρόχολος -η -ο

πίνω

πίπα

πίστωση

πίσω

πισω-

πλάκα

πλανήτης

πλατς

πλειστηριάζω

πλειστηρίασμα

πλέον

πληρώνω

πλήρωση

πλοίο

πλούτισμα

πλουτισμός

πνίγω

πόθος

ποθώ

ποιητάρης

ποιητής

ποιητική

ποιητικός

ποιητικότητα

ποιητός -ή -ό

ποικιλία

ποιος -α -ο

πολέμαρχος

Πόλη

πολιτεία

Πολίτης

πολιτική

πολιτικός

πολιτισμένος -η -ο

πολιτισμός

πολλά

πολύ

πολυ-

πολυάσχολος -η -ο

πολυκατοικία

πολυμέσα

πολυτεχνείο

πονηρός -ή -ό

ποντικί

ποντικότρυπα

πορεύομαι

πορνεία

πόρνος

πορτοφόλι

ποσότητα

πόστο

πότε

ποτές

ποτήρι

πού

πουθενά

πουκάμισο

πούλι

πούστης

πουτάνα

πουταναριό

πουτανιά

πουτανιάρης

πουτσαράς

πουτσίζω

πούτσος

πράγμα

πραγματεία

πραγμάτευση

πράγματι

πραγματικός -ή -ό

πραγματικότητα

πραγματογνώμονας

πραγματοποίηση

πραμάτεια

πρασινο-

πρεζάκιας

πρέπει

πριν

πρόβατο

προειδοποιώ

προηγούμαι

πρόθυμος -η -ο

προϊόν

προκαταβολή

προκατάληψη

προκάτοχος

πρόκειται

προλαβαίνω

προμήθεια

προμηθευτής

πρόξενος

προσδοκία

προσευχή

προσέχω

πρόσκληση

προσλαλιά

προσλαμβάνω

προσπάθεια

προσπαθώ

προστάτης

προσφωνώ

πρόσωπο

προτείνω

πρότερος -η -ο

προτίμηση

προτιμώ

πρόχειρος -η -ο

προχωρώ

πρωταπριλιά

πρωτο-

Πρωτοχρονιά

πρωτοχρονιάτικος -η -ο

πτήση

πύλη

πώληση

πως

ράφι

ράψιμο

ρεζίλι

ρεύμα

ρίνα

ρινικός -ή -ό

ρινο-

ρόδα

ρόκα

ρομανικός -ή -ό

ρουμανικός -ή -ό

ρουφώ

ρωτώ

Σάββατο

Σαββατοκύριακο

σαγανάκι

σαγάνι

σαγιονάρα

σαμιώτικος -η -ο

σανατόριο

σαντιγί

σάντουιτς

σάπιος -α -ο

σαράντα

σασμάν

σβήνω

σε

σεινάμενος -η -ο

σειρά

σεισμός

σελήνη

σελίδα

σελίνι

σέλινο

σεμινάριο

σέντερ φορ

σεντόνι

σερίφης

σήκωμα

σηκώνω

σημαντικός

σημείο

σήμερα

σιγαρέτο

σιγματικός -ή -ό

σιδερώστρα

σιμιγδάλι

σιτάρι

σιωπή

σκάβω

σκαιός -ή -ό

σκάνταλο

σκάρτος -η -ο

σκασμός

σκάφη

σκάφος

σκεπαστός -ή -ό

σκέφτομαι

σκέψη

σκηνή

σκηνογραφία

σκηνοθεσία

σκιά

σκιαγραφία

σκιάζω

σκιάξιμο

σκίαση

σκιάχτρο

σκίνος

σκίρτημα

σκιρτώ

σκίτσο

σκληρός -ή -ό

σκοτεινός -ή -ό

σκοτώστρα

σκούρος -α -η -ο

σκουρόχρωμος -η -ο

σκυλί

σκυλιάζω

σκύλιασμα

Σκύλλα

σκύλος

σμίξιμο

σμιχτός -ή -ό

σμιχτοφρύδης

σοβεί

Σόδομα

σοκάκι

σοκολάτα

σορόκος

σορόπι

σορός

σορτς

σου

σου μου του

σουβλάκι

σούπα

σουρίζω

σούρωμα

σουρώνω

σοφία

σοφός -ή -ό

σπανακόπιτα

σπάσιμο

σπασμένος -η -ο

σπασμός

σπαστός -ή -ό

σπέρνω

σπεύδω

σπήλαιο

σπίθα

σπίτι

σπιτικός -ή -ιά -ό

σπιτίσιος -α -ο

σπόρος

στάγμα

στάζω

στέγη

στειλεός

στέκι

στέκομαι

στέλεχος

στενό

στενο-

στενός -ή -ό

στήνω

στιγμή

στιφάδο

στοιχείο

στοίχειωμα

στοιχειώνω

στοιχίζω

στόμα

στόχαση

στοχασμός

στρατηλάτης

στρατοδικείο

στρατολάτης

στρατολογία

στρατόπεδο

στρώνω

συγγνώμη

συγκίνηση

συγκινησία

συγκλονίζω

σύγκριση

συγχαρητήριος -α -ο

σύγχυση

συζήτηση

σύζυγος

συκοφάντης

συμβαίνει

συμβάν

σύμβαση

συμβολή

σύμβολο

συμβουλή

συμβούλιο

σύμβουλος

συμμαχητής

συμμερίζομαι

συμμετέχω

συμμετοχή

συμπλήρωση

συμφωνία

σύμφωνο

συναλλαγή

συναλλαγματοφόρος -ος -α -ο

συναλλάσσομαι

συνάντηση

σύνδεση

συνέλευση

συνετός -ή -ό

σύνθεση

συνθέτης

συνθετικός -ή -ό

συνθέτω

συνθήκη

συνθηκολόγηση

σύνθημα

συνθηματολογία

σύνθλιψη

συνοδός

σύνταξη

συντήρηση

συντόμευση

συντομεύω

συντομία

σύντομος -η -ο

συντονίζω

συντονιστής

συσκευή

συχνάζω

συχνός -ή -ό

σφαίρα

σφάλμα

σφεντόνα

σφίγγα

σφιγκτήρας

σφίξιμο

σφιχτός -ή -ό

σφοδρός -ή -ό

σφυρίζω

σχεδία

σχέδιο

σχολαστικός -ή -ό

σχολαστικότητα

σχόλιο

σώζω

σώμα

σωτήρας

σωτηρία

σωτήριος -α -ο

σώφρων -ων -ον

ταγάρι

ταινία

ταιριάζω

τακτοποίηση

τακτοποιώ

τάξη

ταξί

ταξιδεύω

ταξίδι

ταξιδιώτης

ταξίμι

ταξινόμηση

ταυτοπροσωπία

ταυτότητα

τείχισμα

τέλειος -α -ο

τελειωμός

τελειώνω

τελείωση

τελευταίος -α -ο

τελικός -ή -ό

τέλος

τέρας

τεσσαράκοντα

τέσσερις -ις -α

τεστ

τέτοιος -α -ο

τηγανίτα

τηλε-

τηλεφωνητής

τιμή

τίμιος -α -ο

τιμολόγιο

τίνος

τίποτε

τιποτένιος -α -ο

το

τόκος

τολμώ

τονάζ

τονίζω

τονικός

τόνος

τοπάζι

τοπάρχης

τοπαρχία

τότε

του του

τουλάχιστο

τραγανός -ή -ό

τραγούδι

τραμ

τράπεζα

τραπέζι

τρεις -εις -ία

τρελο-

τρελοκομείο

τρελός -ή -ό

τρέμουλο

τρέμω

τρένο

τρέχω

τρέχων -ουσα -ον

τριάδα

τριάντα

τριανταφυλλιά

τριαντάφυλλος -η -ο

τρίβω

τρίχωμα

τρόμαγμα

τρομάζω

τρομερός -ή -ό

τρομοκρατία

τροπάρι

τροπή

τροποποίηση

τρόπος

τρούφα

τροφεία

τροφή

τρόφιμο

τσακώνομαι

τσιπούρα

τσίπουρο

τσουρέκι

τσούρμο

τυγχάνω

τυπογραφικός -ή -ό

τυχαίνω

τυχόν

τώρα

ύαινα

υάκινθος

υαλο-

ύαλος

υγρο-

υδροχλώριο

Υδροχόος

υδρόχρωμα

υιικός -ή -ό

υιοθετώ

υλακή

υλικό

υπάλληλος

υπάλληλος -η -ο

υπάρχω

υπερβάλλω

υπερβολικός -ή -ό

υπέρηχος

υπεροχή

υπήκοος

υπηκοότητα

υπνοδωμάτιο

υποκύπτω

υπολογιστής

υπομονή

υποστηρίζω

υποστήριξη

υποχρεωτικός -ή -ό

υποψία

ύστερα

υψώνω

φαγητό

φαΐ

φαίνομαι

φαινόμενο

φανάρι

Φανερωμένη

φαντασία

φάντασμα

φαντασμένος -η -ο

φανταστικός -ή -ό

φαξ

φασαρία

φασκιώνω

φάτσα

φερέφωνο

φέρνω

φέσι

φετίχ

φεύγω

φηλί

φίλημα

φιλήσυχος -η -ο

φιλί

φίλιος -α -ο

φιλισταϊκός -ή -ό

φιλισταίος

φιλισταϊσμός

φιλιώνω

φιλο-

φιλονικία

φιλοξενία

φίλος

φίλος -η -ο

φιλοσοφημένος -η -ο

φιλοσοφία

φιλοσοφικός -ή -ό

φιλόσοφος

φιλοσοφώ

φιλόστοργος -η -ο

φιλότιμο

φοβάμαι

φορά

φορέας

φορείο

φόρεμα

φορεσιά

φορολογία

φοροτεχνικός

φόρτωμα

φούρια

φούρνος

φούσκωμα

φουσκωμάρα

φουσκώνω

φραγή

φράγκο

Φράγκος

φραουλιά

φρένο

φρικιαστικός -ή -ό

φρικτός -ή -ό

φροντίζω

φροντιστηριακός -ή -ό

φροντιστήριο

φροντιστής

φταίω

φτερό

φτιάξιμο

φτιάχνω

φτυάρι

φτυαριά

φτυαρίζω

φτυάρισμα

φτύνω

φτωχαδάκι

φτωχός -ή -ιά -ό

φυγο-

φύλακας

φυλακή

φυλάκιο

φυλάκιση

φύλαξη

φυλάσσω

φύλλο

φυτεύω

φυτό

φυτρώνω

φωνάζω

φωνή

φωτο-

φωτογραφία

χάζι

χαιρετίζω

χαιρετισμός

χαιρετώ

χαίρομαι

χαίρω

χάλι

χαμός

χαμπάρι

χάντρα

χάνω

χάπι

χαρά

χάρη

χάρις

χαρούμενος -η -ο

χάρτης

χάση

χασίς

χασομερώ

χατίρι

χειροποίητος -η -ο

χειρότερος -η -ο

χελιδόνι

χελιδόνισμα

χέρι

χεριά

χερουβικός -ή -ό

χερούλι

χερσαίος -α -ο

χημεία

χιλιανός -ή -ό

χλευάζω

χλευασμός

χλευαστής

χλευαστικός -ή -ό

χοιράδες

χόντρος

χοντρός -ή -ό

χορεύω

χορός

χορταριάζω

χοχλακίζω

χρειάζομαι

χρέωση

χρήμα

χρηματιστήριο

χρηματοκιβώτιο

χρήση

χρησιμοποιώ

χρήσιμος -η -ο

χριστουγεννιάτικος -η -ο

χρονιά

χρονο-

χρόνος

χρυσή

χταπόδι

χτίζω

χτύπος

χτυπώ

χυλός

χυμός

χώμα

χώρα

χωρατεύω

χωρατό

χωρίο

χωρίς

ψάρι

ψάχνω

ψαχουλεύω

ψευδής -ής -ές

ψευδο-

ψεύδος

ψευδός -ή -ό

ψηλά

ψύξη

ψυχαγωγία

ψυχή

ψυχρός -ή -ό

ψωλή

ψωμί

ωμέγα

ωμοπλάτη

ώμος

ωμός -ή -ό

ωραιο-

ωραίος -α -ο

ωριαίος -α -ο

ωσάν

ώστε

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15