bilden
 Verb

σχηματίζω Verb
(1)
συναπαρτίζω Verb
(0)
συνιστώ Verb
(0)
διαπλάθω Verb
(0)
αποτελώ Verb
(0)
διαμορφώνω Verb
(0)
μορφώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Die wissenschaftliche Vernunft verbietet mir, mir aufgrund von zwei Experimenten eine Meinung zu bilden.Είμαι αρκετά ορθολογιστής ώστε να μη σχηματίζω γνώμη βασισμένος σε δύο μόνο πειράματα.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
ausprägen
bilden
fassonieren
Ähnliche Wörter
bildend

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σχηματίζωσχηματίζουμε, σχηματίζομεσχηματίζομαισχηματιζόμαστε
σχηματίζειςσχηματίζετεσχηματίζεσαισχηματίζεστε, σχηματιζόσαστε
σχηματίζεισχηματίζουν(ε)σχηματίζεταισχηματίζονται
Imper
fekt
σχημάτιζασχηματίζαμεσχηματιζόμουν(α)σχηματιζόμαστε, σχηματιζόμασταν
σχημάτιζεςσχηματίζατεσχηματιζόσουν(α)σχηματιζόσαστε, σχηματιζόσασταν
σχημάτιζεσχημάτιζαν, σχηματίζαν(ε)σχηματιζόταν(ε)σχηματίζονταν, σχηματιζόντανε, σχηματιζόντουσαν
Aoristσχημάτισασχηματίσαμεσχηματίστηκασχηματιστήκαμε
σχημάτισεςσχηματίσατεσχηματίστηκεςσχηματιστήκατε
σχημάτισεσχημάτισαν, σχηματίσαν(ε)σχηματίστηκεσχηματίστηκαν, σχηματιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σχηματίσει
έχω σχηματισμένο
έχουμε σχηματίσει
έχουμε σχηματισμένο
έχω σχηματιστεί
είμαι σχηματισμένος, -η
έχουμε σχηματιστεί
είμαστε σχηματισμένοι, -ες
έχεις σχηματίσει
έχεις σχηματισμένο
έχετε σχηματίσει
έχετε σχηματισμένο
έχεις σχηματιστεί
είσαι σχηματισμένος, -η
έχετε σχηματιστεί
είστε σχηματισμένοι, -ες
έχει σχηματίσει
έχει σχηματισμένο
έχουν σχηματίσει
έχουν σχηματισμένο
έχει σχηματιστεί
είναι σχηματισμένος, -η, -ο
έχουν σχηματιστεί
είναι σχηματισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα σχηματίσει
είχα σχηματισμένο
είχαμε σχηματίσει
είχαμε σχηματισμένο
είχα σχηματιστεί
ήμουν σχηματισμένος, -η
είχαμε σχηματιστεί
ήμαστε σχηματισμένοι, -ες
είχες σχηματίσει
είχες σχηματισμένο
είχατε σχηματίσει
είχατε σχηματισμένο
είχες σχηματιστεί
ήσουν σχηματισμένος, -η
είχατε σχηματιστεί
ήσαστε σχηματισμένοι, -ες
είχε σχηματίσει
είχε σχηματισμένο
είχαν σχηματίσει
είχαν σχηματισμένο
είχε σχηματιστεί
ήταν σχηματισμένος, -η, -ο
είχαν σχηματιστεί
ήταν σχηματισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σχηματίζωθα σχηματίζουμε, θα σχηματίζομεθα σχηματίζομαιθα σχηματιζόμαστε
θα σχηματίζειςθα σχηματίζετεθα σχηματίζεσαιθα σχηματίζεστε, θα σχηματιζόσαστε
θα σχηματίζειθα σχηματίζουν(ε)θα σχηματίζεταιθα σχηματίζονται
Fut
ur
θα σχηματίσωθα σχηματίσουμε, θα σχηματίζομεθα σχηματιστώθα σχηματιστούμε
θα σχηματίσειςθα σχηματίσετεθα σχηματιστείςθα σχηματιστείτε
θα σχηματίσειθα σχηματίσουν(ε)θα σχηματιστείθα σχηματιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σχηματίσει
θα έχω σχηματισμένο
θα έχουμε σχηματίσει
θα έχουμε σχηματισμένο
θα έχω σχηματιστεί
θα είμαι σχηματισμένος, -η
θα έχουμε σχηματιστεί
θα είμαστε σχηματισμένοι, -ες
θα έχεις σχηματίσει
θα έχεις σχηματισμένο
θα έχετε σχηματίσει
θα έχετε σχηματισμένο
θα έχεις σχηματιστεί
θα είσαι σχηματισμένος, -η
θα έχετε σχηματιστεί
θα είστε σχηματισμένοι, -ες
θα έχει σχηματίσει
θα έχει σχηματισμένο
θα έχουν σχηματίσει
θα έχουν σχηματισμένο
θα έχει σχηματιστεί
θα είναι σχηματισμένος, -η, -ο
θα έχουν σχηματιστεί
θα είναι σχηματισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σχηματίζωνα σχηματίζουμε, να σχηματίζομενα σχηματίζομαινα σχηματιζόμαστε
να σχηματίζειςνα σχηματίζετενα σχηματίζεσαινα σχηματίζεστε, να σχηματιζόσαστε
να σχηματίζεινα σχηματίζουν(ε)να σχηματίζεταινα σχηματίζονται
Aoristνα σχηματίσωνα σχηματίσουμε, να σχηματίσομενα σχηματιστώνα σχηματιστούμε
να σχηματίσειςνα σχηματίσετενα σχηματιστείςνα σχηματιστείτε
να σχηματίσεινα σχηματίσουν(ε)να σχηματιστείνα σχηματιστούν(ε)
Perfνα έχω σχηματίσει
να έχω σχηματισμένο
να έχουμε σχηματίσει
να έχουμε σχηματισμένο
να έχω σχηματιστεί
να είμαι σχηματισμένος, -η
να έχουμε σχηματιστεί
να είμαστε σχηματισμένοι, -ες
να έχεις σχηματίσει
να έχεις σχηματισμένο
να έχετε σχηματίσει
να έχετε σχηματισμένο
να έχεις σχηματιστεί
να είσαι σχηματισμένος, -η
να έχετε σχηματιστεί
να είστε σχηματισμένοι, -ες
να έχει σχηματίσει
να έχει σχηματισμένο
να έχουν σχηματίσει
να έχουν σχηματισμένο
να έχει σχηματιστεί
να είναι σχηματισμένος, -η, -ο
να έχουν σχηματιστεί
να είναι σχηματισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσχημάτιζεσχηματίζετεσχηματίζεστε
Aoristσχημάτισεσχηματίστεσχηματίσουσχηματιστείτε
Part
izip
Presσχηματίζονταςσχηματιζόμενος
Perfέχοντας σχηματίσει, έχοντας σχηματισμένοσχηματισμένος, -η, -οσχηματισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσχηματίσεισχηματιστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνιστώ, συστήνωσυνιστούμεσυνιστώμαι(συνιστόμαστε, συνιστώμεθα)
συνιστάςσυνιστάτεσυνιστάσαι(συνιστάστε, συνιστάσθε)
συνιστάσυνιστούν(ε)συνιστάταισυνιστώνται
Imper
fekt
συνιστούσασυνιστούσαμε
συνιστούσεςσυνιστούσατε
συνιστούσεσυνιστούσαν(ε)συνίστατοσυνίσταντο
Aoristσύστησα, συνέστησασυστήσαμεσυστάθηκα, συνεστήθηνσυσταθήκαμε
σύστησες, συνέστησεςσυστήσατεσυστάθηκες, συνεστήθηςσυσταθήκατε
σύστησε, συνέστησεσυνέστησαν, συστήσαν(ε)συστάθηκε, συνεστήθησυστάθηκαν, συσταθήκαν(ε), συνέστησαν
Perf
ekt
έχω συστήσειέχουμε συστήσειέχω συσταθείέχουμε συσταθεί
έχεις συστήσειέχετε συστήσειέχεις συσταθείέχετε συσταθεί
έχει συστήσειέχουν συστήσειέχει συσταθείέχουν συσταθεί
Plu
perf
ekt
είχα συστήσειείχαμε συστήσειείχα συσταθείείχαμε συσταθεί
είχες συστήσειείχατε συστήσειείχες συσταθείείχατε συσταθεί
είχε συστήσειείχαν συστήσειείχε συσταθείείχαν συσταθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνιστώθα συνιστούμεθα συνιστώμαι(θα συνιστόμαστε, θα συνιστώμεθα)
θα συνιστάςθα συνιστάτεθα συνιστάσαι(θα συνιστάστε, θα συνιστάσθε)
θα συνιστάθα συνιστούν(ε)θα συνιστάταιθα συνιστώνται
Fut
ur
θα συστήσωθα συστήσουμε, θα συστήσομεθα συσταθώθα συσταθούμε
θα συστήσειςθα συστήσετεθα συσταθείςθα συσταθείτε
θα συστήσειθα συστήσουν(ε)θα συσταθείθα συσταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συστήσειθα έχουμε συστήσει θα έχω συσταθείθα έχουμε συσταθεί
θα έχεις συστήσειθα έχετε συστήσειθα έχεις συσταθείθα έχετε συσταθεί
θα έχει συστήσειθα έχουν συστήσειθα έχει συσταθείθα έχουν συσταθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνιστώνα συνιστούμενα συνιστώμαι(να συνιστόμαστε, να συνιστώμεθα)
να συνιστάςνα συνιστάτενα συνιστάσαι(να συνιστάστε, να συνιστάσθε)
να συνιστάνα συνιστούν(ε)να συνιστάταινα συνιστώνται
Aoristνα συστήσωνα συστήσουμε, να συστήσομενα συσταθώνα συσταθούμε
να συστήσειςνα συστήσετενα συσταθείςνα συσταθείτε
να συστήσεινα συστήσουν(ε)να συσταθείνα συσταθούν(ε)
Perfνα έχω συστήσεινα έχουμε συστήσεινα έχω συσταθείνα έχουμε συσταθεί
να έχεις συστήσεινα έχετε συστήσεινα έχεις συσταθείνα έχετε συσταθεί
να έχει συστήσεινα έχουν συστήσεινα έχει συσταθείνα έχουν συσταθεί
Imper
ativ
Presσυνιστάτε(συνιστάστε, συνιστάσθε)
Aoristσύστησεσυστήστε, συστήσετεσυστήσουσυσταθείτε
Part
izip
Presσυνιστώνταςσυνιστώμενος
Perfέχοντας συστήσεισυστημένος, -η, -οσυστημένοι, -ες, -α
InfinAoristσυστήσεισυσταθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποτελώαποτελούμεαποτελούμαιαποτελούμαστε
αποτελείςαποτελείτεαποτελείσαιαποτελείστε
αποτελείαποτελούν(ε)αποτελείταιαποτελούνται
Imper
fekt
αποτελούσααποτελούσαμεαποτελούμουναποτελούμαστε
αποτελούσεςαποτελούσατε
αποτελούσεαποτελούσαν(ε)αποτελούνταν, αποτελείτοαποτελούνταν, αποτελούντο
Aoristαποτέλεσααποτελέσαμε
αποτέλεσεςαποτελέσατε
αποτέλεσεαποτέλεσαν, αποτελέσαν(ε)
Perf
ekt
έχω αποτελέσειέχουμε αποτελέσει
έχεις αποτελέσειέχετε αποτελέσει
έχει αποτελέσειέχουν αποτελέσει
Plu
perf
ekt
είχα αποτελέσειείχαμε αποτελέσει
είχες αποτελέσειείχατε αποτελέσει
είχε αποτελέσειείχαν αποτελέσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποτελώθα αποτελούμεθα αποτελούμαιθα αποτελούμαστε
θα αποτελείςθα αποτελείτεθα αποτελείσαιθα αποτελείστε
θα αποτελείθα αποτελούν(ε)θα αποτελείταιθα αποτελούνται
Fut
ur
θα αποτελέσωθα αποτελέσουμε, θα αποτελέσομε
θα αποτελέσειςθα αποτελέσετε
θα αποτελέσειθα αποτελέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποτελέσειθα έχουμε αποτελέσει
θα έχεις αποτελέσειθα έχετε αποτελέσει
θα έχει αποτελέσειθα έχουν αποτελέσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποτελώνα αποτελούμενα αποτελούμαινα αποτελούμαστε
να αποτελείςνα αποτελείτενα αποτελείσαινα αποτελείστε
να αποτελείνα αποτελούν(ε)να αποτελείταινα αποτελούνται
Aoristνα αποτελέσωνα αποτελέσουμε, να αποτελέσομε
να αποτελέσειςνα αποτελέσετε
να αποτελέσεινα αποτελέσουν(ε)
Perfνα έχω αποτελέσεινα έχουμε αποτελέσει
να έχεις αποτελέσεινα έχετε αποτελέσει
να έχει αποτελέσεινα έχουν αποτελέσει
Imper
ativ
Presαποτελείτεαποτελείστε
Aoristαποτέλεσεαποτελέστε, αποτελέσετε
Part
izip
Presαποτελώνταςαποτελούμενος
Perfέχοντας αποτελέσει, έχοντας αποτελεσμένοαποτελεσμένος, -η, -οαποτελεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristαποτελέσει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μορφώνωμορφώνουμε, μορφώνομεμορφώνομαιμορφωνόμαστε
μορφώνειςμορφώνετεμορφώνεσαιμορφώνεστε, μορφωνόσαστε
μορφώνειμορφώνουν(ε)μορφώνεταιμορφώνονται
Imper
fekt
μόρφωναμορφώναμεμορφωνόμουν(α)μορφωνόμαστε, μορφωνόμασταν
μόρφωνεςμορφώνατεμορφωνόσουν(α)μορφωνόσαστε, μορφωνόσασταν
μόρφωνεμόρφωναν, μορφώναν(ε)μορφωνόταν(ε)μορφώνονταν, μορφωνόντανε, μορφωνόντουσαν
Aoristμόρφωσαμορφώσαμεμορφώθηκαμορφωθήκαμε
μόρφωσεςμορφώσατεμορφώθηκεςμορφωθήκατε
μόρφωσεμόρφωσαν, μορφώσαν(ε)μορφώθηκεμορφώθηκαν, μορφωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω μορφώσει
έχω μορφωμένο
έχουμε μορφώσει
έχουμε μορφωμένο
έχω μορφωθεί
είμαι μορφωμένος, -η
έχουμε μορφωθεί
είμαστε μορφωμένοι, -ες
έχεις μορφώσει
έχεις μορφωμένο
έχετε μορφώσει
έχετε μορφωμένο
έχεις μορφωθεί
είσαι μορφωμένος, -η
έχετε μορφωθεί
είστε μορφωμένοι, -ες
έχει μορφώσει
έχει μορφωμένο
έχουν μορφώσει
έχουν μορφωμένο
έχει μορφωθεί
είναι μορφωμένος, -η, -ο
έχουν μορφωθεί
είναι μορφωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα μορφώσει
είχα μορφωμένο
είχαμε μορφώσει
είχαμε μορφωμένο
είχα μορφωθεί
ήμουν μορφωμένος, -η
είχαμε μορφωθεί
ήμαστε μορφωμένοι, -ες
είχες μορφώσει
είχες μορφωμένο
είχατε μορφώσει
είχατε μορφωμένο
είχες μορφωθεί
ήσουν μορφωμένος, -η
είχατε μορφωθεί
ήσαστε μορφωμένοι, -ες
είχε μορφώσει
είχε μορφωμένο
είχαν μορφώσει
είχαν μορφωμένο
είχε μορφωθεί
ήταν μορφωμένος, -η, -ο
είχαν μορφωθεί
ήταν μορφωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μορφώνωθα μορφώνουμε, θα μορφώνομεθα μορφώνομαιθα μορφωνόμαστε
θα μορφώνειςθα μορφώνετεθα μορφώνεσαιθα μορφώνεστε, θα μορφωνόσαστε
θα μορφώνειθα μορφώνουν(ε)θα μορφώνεταιθα μορφώνονται
Fut
ur
θα μορφώσωθα μορφώσουμε, θα μορφώσομεθα μορφωθώθα μορφωθούμε
θα μορφώσειςθα μορφώσετεθα μορφωθείςθα μορφωθείτε
θα μορφώσειθα μορφώσουνθα μορφωθείθα μορφωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μορφώσει
θα έχω μορφωμένο
θα έχουμε μορφώσει
θα έχουμε μορφωμένο
θα έχω μορφωθεί
θα είμαι μορφωμένος, -η
θα έχουμε μορφωθεί
θα είμαστε μορφωμένοι, -ες
θα έχεις μορφώσει
θα έχεις μορφωμένο
θα έχετε μορφώσει
θα έχετε μορφωμένο
θα έχεις μορφωθεί
θα είσαι μορφωμένος, -η
θα έχετε μορφωθεί
θα είστε μορφωμένοι, -ες
θα έχει μορφώσει
θα έχει μορφωμένο
θα έχουν μορφώσει
θα έχουν μορφωμένο
θα έχει μορφωθεί
θα είναι μορφωμένος, -η, -ο
θα έχουν μορφωθεί
θα είναι μορφωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μορφώνωνα μορφώνουμε, να μορφώνομενα μορφώνομαινα μορφωνόμαστε
να μορφώνειςνα μορφώνετενα μορφώνεσαινα μορφώνεστε, να μορφωνόσαστε
να μορφώνεινα μορφώνουν(ε)να μορφώνεταινα μορφώνονται
Aoristνα μορφώσωνα μορφώσουμε, να μορφώσομενα μορφωθώνα μορφωθούμε
να μορφώσειςνα μορφώσετενα μορφωθείςνα μορφωθείτε
να μορφώσεινα μορφώσουν(ε)να μορφωθείνα μορφωθούν(ε)
Perfνα έχω μορφώσει
να έχω μορφωμένο
να έχουμε μορφώσει
να έχουμε μορφωμένο
να έχω μορφωθεί
να είμαι μορφωμένος, -η
να έχουμε μορφωθεί
να είμαστε μορφωμένοι, -ες
να έχεις μορφώσει
να έχεις μορφωμένο
να έχετε μορφώσει
να έχετε μορφωμένο
να έχεις μορφωθεί
να είσαι μορφωμένος, -η
να έχετε μορφωθεί
να είστε μορφωμένοι, -ες
να έχει μορφώσει
να έχει μορφωμένο
να έχουν μορφώσει
να έχουν μορφωμένο
να έχει μορφωθεί
να είναι μορφωμένος, -η, -ο
να έχουν μορφωθεί
να είναι μορφωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμόρφωνεμορφώνετεμορφώνεστε
Aoristμόρφωσεμορφώστε, μορφώσετεμορφώσουμορφωθείτε
Part
izip
Presμορφώνοντας
Perfέχοντας μορφώσει, έχοντας μορφωμένομορφωμένος, -η, -ομορφωμένοι, -ες, -α
InfinAoristμορφώσειμορφωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback