υπάλληλος -η -ο  Adj.  [ipallilos -i -o, ypallhlos -h -o]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu υπάλληλος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie υπάλληλος -η -ο

Ähnliche Wörter zu υπάλληλος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu υπάλληλος -η -ο


Grammatik

  • ο υπάλληλος (maskulin)
  • η υπάλληλη (feminin)
  • το υπάλληλο (neutrum)


Griechische Definition zu υπάλληλος -η -ο

υπάλληλος -η -ο [ipádivlos] : (λογ.) για έννοια η οποία περιλαμβάνεται στο πλάτος μιας άλλης: Yπάλληλες έννοιες.

[λόγ. < αρχ. ὑπάλληλος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback