πεισματώδης -ης -ες  Adj.  [pismatodis -is -es, pismatothis -is -es, peismatwdhs -hs -es]

  Adj.
(0)
  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu πεισματώδης -ης -ες

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu πεισματώδης -ης -ες

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

  • ο πεισματώδης (maskulin)
  • η πεισματώδης (feminin)
  • το πεισματώδες (neutrum)


Griechische Definition zu πεισματώδης -ης -ες

πεισματώδης -ης -ες [pizmatóδis] : που γίνεται με πείσμα: πεισματώδης -ης -ες άρνηση, πεισματική. πεισματώδης -ης -ες μάχη, λυσσώδης.

[λόγ. πεισματ- (πείσμα) -ώδης]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback