πεισματώδης -ης -ες  Adj.  [pismatodis -is -es, pismatothis -is -es, peismatwdhs -hs -es]


Beispielsätze πεισματώδης -ης -ες

... τη Στερεά Ελλάδα προχώρησε στο Μεσολόγγι το οποίο και πολιόρκησε. Η πεισματώδης όμως αντίσταση των πολιορκούμενων, σε συνδυασμό με την καταστροφή, κατά ...

... δύσκολα, ο τύπος της εποχής αναφέρει ότι ο αγώνας ήταν μακρότατος και πεισματώδης, από την Σοφία Μαρίνου στον πρώτο αγώνα και αποκλείστηκε. Ο ...

... να παρίσταται δικαστικός αντιπρόσωπος. Οι εκλογές χαρακτηρίστηκαν από πεισματώδη προεκλογική εκστρατεία και πρωτοφανείς για τον καιρό εκείνο ενέργειες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verbissen

... Als Verbiss bezeichnet man das Abbeißen von Knospen, Blättern oder Zweigen vor allem an landwirtschaftlich oder forstwirtschaftlich erwünschten Pflanzen ...

... Netz für Baumschutz gegen Verbiß ...

... Verbiss an Rosskastanien sorgt für eine geschlossene Krone ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik

  • ο πεισματώδης (maskulin)
  • η πεισματώδης (feminin)
  • το πεισματώδες (neutrum)

Griechische Definition zu πεισματώδης -ης -ες

πεισματώδης -ης -ες [pizmatóδis] : που γίνεται με πείσμα: πεισματώδης -ης -ες άρνηση, πεισματική. πεισματώδης -ης -ες μάχη, λυσσώδης.

[λόγ. πεισματ- (πείσμα) -ώδης]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πεισματώδης -ης -ες

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15