πεισματάρικος -η -ο  Adj.  [pismatarikos -i -o, peismatarikos -h -o]


Beispielsätze hartnäckig

... Er beharrte hartnäckig auf seiner Meinung. ...

... Alte Sitten sind hartnäckig und mit ihnen zu kämpfen fast immer aussichtslos. ...

... Sie weigert sich hartnäckig dies zu glauben. ...

Quelle: Kiwisplit, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik

  • ο πεισματάρικος (maskulin)
  • η πεισματάρικη (feminin)
  • το πεισματάρικο (neutrum)

Griechische Definition zu πεισματάρικος -η -ο

πεισματάρικος -η -ο [pizmatárikos] : για συμπεριφορά, εκδήλωση κτλ., που ταιριάζει σε πεισματάρη άνθρωπο· (πρβ. πεισματικός): Πεισματάρικα λόγια / φερσίματα. Πεισματάρικοι τρόποι. πεισματάρικα ΕΠIΡΡ.

[πεισματάρ(ης) -ικος]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πεισματάρικος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15