ξεροκέφαλος -η -ο Adj.  [kserokefalos -i -o, kserokefalos -h -o]

  Adj.
(81)
  Adj.
(19)
  Adj.
(2)
  Adj.
(1)
  Adj.
(0)

Buchtip (Anzeige)


GriechischDeutsch
Είσαι πολύ ξεροκέφαλος! Μην πας να του μιλήσεις.Du bist so stur, du Kind

Übersetzung nicht bestätigt

Μην είσαι ξεροκέφαλος.Sei nicht so stur.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν καταλαβαίνεις; Τόσο ξεροκέφαλος είσαι;Verstehst du nicht Bist du schon wieder stur

Übersetzung nicht bestätigt

Γι'αυτό λένε πως είσαι ξεροκέφαλος.Kein Wunder, dass man sagt, du seist stur.

Übersetzung nicht bestätigt

Γκουέι, είσαι πολύ ξεροκέφαλος!Gui, du bist so stur.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

  • ο ξεροκέφαλος (maskulin)
  • η ξεροκέφαλη (feminin)
  • το ξεροκέφαλο (neutrum)


Griechische Definition zu ξεροκέφαλος -η -ο

ξεροκέφαλος -η -ο [kserokéfalos] : που επιμένει πάρα πολύ στην άποψή του, που δεν μπορεί κανείς να τον μεταπείσει με τις συμβουλές ή με τα επιχειρήματά του· πεισματάρης.

[ξερο- + κεφάλ(ι) -ος (διαφ. το ελνστ. ξηροκέφαλος `με στεγνό κεφάλι΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback