ξεροκέφαλος -η -ο  Adj.  [kserokefalos -i -o, kserokefalos -h -o]

  Adj.
(81)
  Adj.
(19)
  Adj.
(2)
  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu ξεροκέφαλος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ξεροκέφαλος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu ξεροκέφαλος -η -ο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο ξεροκέφαλος (maskulin)
  • η ξεροκέφαλη (feminin)
  • το ξεροκέφαλο (neutrum)


Griechische Definition zu ξεροκέφαλος -η -ο

ξεροκέφαλος -η -ο [kserokéfalos] : που επιμένει πάρα πολύ στην άποψή του, που δεν μπορεί κανείς να τον μεταπείσει με τις συμβουλές ή με τα επιχειρήματά του· πεισματάρης.

[ξερο- + κεφάλ(ι) -ος (διαφ. το ελνστ. ξηροκέφαλος `με στεγνό κεφάλι΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback