ξεροκέφαλος -η -ο  Adj.  [kserokefalos -i -o, kserokefalos -h -o]


Beispielsätze stur

... Ich hätte nicht gedacht, dass er so stur ist. ...

... Er ist sehr stur in seiner Meinung. ...

... Er ist stur wie ein Maulesel. ...

Quelle: xtofu80, sigfrido, Esperantostern

Grammatik

  • ο ξεροκέφαλος (maskulin)
  • η ξεροκέφαλη (feminin)
  • το ξεροκέφαλο (neutrum)

Griechische Definition zu ξεροκέφαλος -η -ο

ξεροκέφαλος -η -ο [kserokéfalos] : που επιμένει πάρα πολύ στην άποψή του, που δεν μπορεί κανείς να τον μεταπείσει με τις συμβουλές ή με τα επιχειρήματά του· πεισματάρης.

[ξερο- + κεφάλ(ι) -ος (διαφ. το ελνστ. ξηροκέφαλος `με στεγνό κεφάλι΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξεροκέφαλος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15