καλλυντικός -ή -ό  

  • Kosmetik
    upvotedownvote
  • Kosmetikum
    upvotedownvote
  • kosmetisch
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Υπάρχουν πηγές μεταλλικού νερού και, λόγω των πετρωμάτων έχει ιαματικές και καλλυντικές ιδιότητες. Το νερό της λίμνης ωστόσο, έχει υψηλή αλατότητα (τρεις φορές ...

... θάμνος αρωματικός και καλλωπιστικό με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες και καλλυντικές χρήσεις. Οι θεραπευτικές χρήσεις της έχουν ρίζες στην Κινεζική βοτανοθεραπεία ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

kallintikos -i -o, kallyntikos -h -o


Deutsche Synonyme zu: καλλυντικός -ή -ό

Kosmetik Schönheitspflege Schönheitspflegemittel Kosmetikum Körperpflegemittel Kosmetikprodukt

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15