ες ες    [es es]

SS (fachspr.)
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu ες ες

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie ες ες

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu ες ες

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu ες ες


Grammatik

Noch keine Grammatik zu ες ες.



Griechische Definition zu ες ες

ες ες τα [esés] Ο (άκλ.) : η αστυνομία του ναζιστικού κόμματος του Xίτλερ.

[γερμ. SS σύντμ. S(chutz)s(taffel) `ομάδα ασφαλείας΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback