{το}  βουλκανιζατέρ  Substantiv  [vulkanizater, boylkanizater]

Noch keine Übersetzung :(

-

Ähnliche Bedeutung wie βουλκανιζατέρ

Noch keine Synonyme

Grammatik

Noch keine Grammatik zu βουλκανιζατέρ.


Griechische Definition zu βουλκανιζατέρ

βουλκανιζατέρ το [vulkanizatér] Ο (άκλ.) : συσκευή ή συνεργείο επιδιόρθωσης φθαρμένων ελαστικών, κυρίως των αυτοκινήτων: Έμεινα από λάστιχο και ψάχνω για βουλκανιζατέρ. || η αντίστοιχη εργασία, η διαδικασία επιδιόρθωσης· αναγόμωση: Πήγα το αυτοκίνητο για βουλκανιζατέρ.

[γαλλ. vulcanisateur]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βουλκανιζατέρ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15