βιαστικός -ή -ό  Adj.  [viastikos -i -o, biastikos -h -o]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu βιαστικός -ή -ό

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie βιαστικός -ή -ό

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu βιαστικός -ή -ό

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu βιαστικός -ή -ό

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο βιαστικός (maskulin)
  • η βιαστική (feminin)
  • το βιαστικό (neutrum)


Griechische Definition zu βιαστικός -ή -ό

βιαστικός, επίθ.

1) Που βιάζεται:
(Τζάνε, Κρ. πόλ. 42311).
2) (Προκ. για είδηση) που βιάζει, που επείγει:
μαντάτο βιαστικό (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3933).
3) Καταναγκαστικός, τυραννικός:
η βιαστική εξουσία (Κορων., Μπούας 73).
4) (Προκ. για τόπο, δρόμο) δύσβατος:
(Παράφρ. Χων. 666).
[αρχ. επίθ. βιαστικός. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βιαστικός -ή -ό

Noch keine Fragen.




Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15