βιαστικός -ή -ό  (viastikos -i -o, biastikos -h -o)  
Adjektiv

Synonyme zu βιαστικός -ή -ό

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βιαστικός -ή -ό

... πουλιά στο τραγούδι τους. Έκπληκτος αντιλήφθηκε ότι η φωνή ήταν ανθρώπινη. Βιαστικός γύρισε στο χωριό και είπε το συμβάν στους ιθαγενείς. Αυτοί, αναστατωμένοι ...

... Θεσσαλίας και της Ηπείρου φαίνεται πως το υποστήριξε κρυφά. Όμως απέκρουσε τη βιαστική απόφαση του Βασιλέως, όταν έσπευσε κρυφά στα Ανάκτορα και τον έπεισε να ...

... γράφει ότι οι πρώτοι ιστορικοί του 20ου αιώνα έκαναν λανθασμένες και βιαστικές εκτιμήσεις για την βασιλεία του Ροβέρτου Β΄ και του Ροβέρτου Γ΄, τους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze hektisch

... Es geht hier in letzter Zeit derart hektisch zu, dass ich überhaupt nicht weiß, wo mir der Kopf steht. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik

  • ο βιαστικός (maskulin)
  • η βιαστική (feminin)
  • το βιαστικό (neutrum)

Griechische Definition zu βιαστικός -ή -ό

βιαστικός, επίθ.

1) Που βιάζεται:
(Τζάνε, Κρ. πόλ. 42311).
2) (Προκ. για είδηση) που βιάζει, που επείγει:
μαντάτο βιαστικό (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3933).
3) Καταναγκαστικός, τυραννικός:
η βιαστική εξουσία (Κορων., Μπούας 73).
4) (Προκ. για τόπο, δρόμο) δύσβατος:
(Παράφρ. Χων. 666).
[αρχ. επίθ. βιαστικός. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βιαστικός -ή -ό

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15