αναλογικός -ή -ό  (analogikos -i -o, analojikos -i -o, analogikos -h -o)  
Adjektiv

Synonyme zu αναλογικός -ή -ό

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναλογικός -ή -ό

... κωδικοποιείται τυπικά σε μορφή κώδικα διαμόρφωσης παλμών (PCM). Ένας ψηφιακό - αναλογικός μετατροπέας DAC εκτελεί την αντίστροφη διαδικασία, μετατρέποντας το ψηφιακό ...

... κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Οι εκλογές έγιναν με το σύστημα της απλής αναλογικής. Κανένα κόμμα δεν κέρδισε την αυτοδυναμία και το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο ...

... με 8 βουλευτές. Οι εκλογές διεξήχθησαν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής του Ν.Δ. 65/1974 που είχε εκδώσει η κυβέρνηση πριν τις εκλογές. Η διενέργεια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vergleichbar

... Die Erde ist vergleichbar mit einem Ball, in welchem sich ein großer Magnet befindet. ...

... Mitleid ist vergleichbar mit Liebe. ...

... Kunststoff ist bereits zu einem Werkstoff höchsten Ranges geworden und genießt eine Wertschätzung, die mit der von Stahl oder Holz vergleichbar ist. ...

Quelle: kroko, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik

  • ο αναλογικός (maskulin)
  • η αναλογική (feminin)
  • το αναλογικό (neutrum)

Griechische Definition zu αναλογικός -ή -ό

αναλογικός -ή -ό [analojikós] : που στηρίζεται στην αναλογία, που σχηματίζεται ή που υπολογίζεται σε αναλογία με κτ. άλλο: αναλογικός -ή -ό σχηματισμός μιας λέξης. αναλογικός -ή -ό τύπος, που σχηματίζεται από την επίδραση άλλου. Aναλογικό λεξικό, που κατατάσσει τις λέξεις σε νοηματικές ενότητες και όχι αλφαβητικά. Aναλογικό εκλογικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονται σε κάθε περιφέρεια είναι ανάλογος με τις ψήφους που πήρε κάθε κόμμα, σε αντιδιαστολή προς το πλειοψηφικό. || (ως ουσ.) η αναλογική, το αναλογικό εκλογικό σύστημα: Aπλή / ενισχυμένη αναλογική. || (γραμμ.) αναλογικά αριθμητικά, που φανερώνουν ποια αναλογία έχει ένα ποσό προς ένα άλλο, πόσες φορές δηλαδή είναι μεγαλύτερο από ένα άλλο, π.χ. διπλάσιος, τριπλάσιος, πολλαπλάσιος. || (λογ.) αναλογικός -ή -ό διαλογισμός, είδος ατελούς επαγωγής, πολύ ασθενέστερης όμως ως προς το βαθμό πιθανότητας. || (πληροφ.) αναλογικός -ή -ό υπολογιστής, που χρησιμοποιεί φυσικά μεγέθη, π.χ. μήκος, τάση, βάρος, για να εκφράσει αριθμούς. αναλογικά ΕΠIΡΡ: Γραμματικοί τύποι που σχηματίζονται αναλογικός -ή -ό με άλλους.

[λόγ. < ελνστ. ἀναλογικός & σημδ. γαλλ. analogique (στη νέα σημ.) < λατ. analogicus < ελνστ. ἀναλογικός & σημδ. γαλλ. proportionnel]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναλογικός -ή -ό

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15