αβασάνιστος -η -ο  Adj.  [avasanistos -i -o, abasanistos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβασάνιστος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβασάνιστος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβασάνιστος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

  • ο αβασάνιστος (maskulin)
  • η αβασάνιστη (feminin)
  • το αβασάνιστο (neutrum)


Griechische Definition zu αβασάνιστος -η -ο

αβασάνιστος -η -ο [avasánistos] : 1.που δε βασανίστηκε, δεν ταλαιπωρήθηκε σωματικά ή ψυχικά. ANT βασανισμένος: Aβασάνιστο κορμί. Aβασάνιστη ψυχή. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback