αβαθμολόγητος -η -ο  Adj.  [avathmologitos -i -o, avathmolojitos -i -o, abathmologhtos -h -o]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβαθμολόγητος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβαθμολόγητος -η -ο

Ähnliche Wörter zu αβαθμολόγητος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αβαθμολόγητος -η -ο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο αβαθμολόγητος (maskulin)
  • η αβαθμολόγητη (feminin)
  • το αβαθμολόγητο (neutrum)


Griechische Definition zu αβαθμολόγητος -η -ο

αβαθμολόγητος -η -ο [avaθmolójitos] : που δε βαθμολογήθηκε ακόμα. ANT βαθμολογημένος: Θα αργήσει να ανακοινώσει τ΄ αποτελέσματα, γιατί έχει ακόμα πολλά γραπτά αβαθμολόγητα.

[λόγ. α- βαθμολογη- (βαθμολογώ) -τος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback