αβάτευτος -η -ο  Adj.  [avateftos -i -o, abateytos -h -o]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβάτευτος -η -ο

Noch keine Synonyme

Grammatik

  • ο αβάτευτος (maskulin)
  • η αβάτευτη (feminin)
  • το αβάτευτο (neutrum)

Griechische Definition zu αβάτευτος -η -ο

αβάτευτος -η -ο [aváteftos] : (λαϊκότρ.) (για ζώα) που δε γονιμοποιήθηκε από το αρσενικό του: Aβάτευτη φοράδα.

[α- 1 βατεύ(ω) -τος]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάτευτος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15