αβάσιστος -η -ο  Adj.  [avasistos -i -o, abasistos -h -o]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβάσιστος -η -ο

Noch keine Synonyme

Grammatik

  • ο αβάσιστος (maskulin)
  • η αβάσιστη (feminin)
  • το αβάσιστο (neutrum)

Griechische Definition zu αβάσιστος -η -ο

αβάσιστος -η -ο [avásistos] : αβάσιμος, αστήρικτος: Aβάσιστα λόγια. Aβάσιστες κατηγορίες. αβάσιστα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. α- 1 βασισ- (βασίζω) -τος]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάσιστος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15