αβάσιμος -η -ο  Adj.  [avasimos -i -o, abasimos -h -o]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάσιμος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάσιμος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάσιμος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αβάσιμος -η -ο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο αβάσιμος (maskulin)
  • η αβάσιμη (feminin)
  • το αβάσιμο (neutrum)


Griechische Definition zu αβάσιμος -η -ο

αβάσιμος -η -ο [avásimos] : που δε βασίζεται, δε στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία· αβάσιστος, αστήρικτος, ανυπόστατος: Aβάσιμη πληροφορία. Aβάσιμες φήμες / εντυπώσεις. Aβάσιμο συμπέρασμα / επιχείρημα. αβάσιμος -η -ο υπαινιγμός. Άδικες κατηγορίες και αβάσιμες. H άποψή σας δεν αντέχει σε καμιά κριτική· είναι εντελώς αβάσιμη. αβάσιμα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. α- 1 βάσιμος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback