αβάρα    [avara, abara]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβάρα

Noch keine Synonyme

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβάρα.


Griechische Definition zu αβάρα

αβάρα [avára] (άκλ.) : (ναυτ.) παράγγελμα το οποίο αντιστοιχεί στην προστακτική απομάκρυνε: αβάρα, να μη χτυπήσουμε στο βράχο. αβάρα από δω, φύγε γρήγορα, στρίβε. || (ως ουσ.) στις ΦΡ κάνω / βάζω αβάρα, αβαράρω.

[αβαρ(άρω) (αναδρ. σχημ.)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάρα

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15