άβαφος -η -ο  Adjektiv  [avafos -i -o, abafos -h -o]

Ähnliche Bedeutung wie άβαφος -η -ο

Noch keine Synonyme

Grammatik

  • ο άβαφος (maskulin)
  • η άβαφη (feminin)
  • το άβαφο (neutrum)

Griechische Definition zu άβαφος -η -ο

άβαφος -η -ο [ávafos] & άβαφτος -η -ο [ávaftos] : I.που δεν τον έχουν βάψει: Άβαφο ξύλο. άβαφος -η -ο τοίχος. Άβαφα χείλια / μαλλιά. || αμακιγιάριστος: Όταν είναι άβαφη, φαίνεται περισσότερο χλωμή. II. (για μέταλλα) που δε βαφτίστηκε σε ψυχρό νερό μετά την πυράκτωσή του και έτσι δεν έγινε σκληρότερος.

[μσν. άβαφος < α- 1 βάφ(ω) -ος· ελνστ. ἄβαπτος (στη σημ. ΙΙ) με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu άβαφος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15