άβαλτος -η -ο  Adj.  [avaltos -i -o, abaltos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu άβαλτος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie άβαλτος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu άβαλτος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu άβαλτος -η -ο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο άβαλτος (maskulin)
  • η άβαλτη (feminin)
  • το άβαλτο (neutrum)


Griechische Definition zu άβαλτος -η -ο

άβαλτος -η -ο [ávaltos] : που δεν τον έχουν βάλει, δεν τον έχουν ακόμα τοποθετήσει στο μέρος για το οποίο προορίζεται· ατοποθέτητος. ANT βαλμένος: Άβαλτα παράθυρα. || (για ενδύματα ή υποδήματα) αφόρετος.

[α- βαλ- (βάζω) -τος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback