άβαθνος -η -ο  Adj.  [avathnos -i -o, abathnos -h -o]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu άβαθνος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie άβαθνος -η -ο

Ähnliche Wörter zu άβαθνος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu άβαθνος -η -ο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο άβαθνος (maskulin)
  • η άβαθνη (feminin)
  • το άβαθνο (neutrum)


Griechische Definition zu άβαθνος -η -ο

άβαθνος, -η, -ο [ávaθnos] (Epirus & divt)

of great or unmeasurable depth, very deep, bottomless, fathomless:
dial του θαλασσινού θεού του 'λαχε μια τρισμέγαλη χώρα πάνου στ' άβαθνα ετούτα νερά a thrice-great land fell to the sea god over these very deep waters (EVlami) |
poem (το κοπάδι) και κύλησε όλο στο γκρεμό, | καταμεσής σωριάστηκε | μέσ' το άβαθνο λαγκάδι (Sikel) |
κι α σε κατάγκρεμο χορό τραβούν χειροπιασμένες, | άβαθνος -η -ο, μέγας κι ο βυθός, αφεύγατος κι ο χάρος (GDouras)
[The adj is a new form. *βαθινός (cf syn βαθερός and βαθικός) 'deep', whence no. dial *βαθνός, accented ἄβαθνος anal. after ἄβαθος, ἄπατος, so τ' ἄβαθνα ← τα βαθνά]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback