συγκινώ Verb  [sigkino, sygkinw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu συγκινώ

συγκινώ altgriechisch συγκινέω / συγκινῶ σύν + κινέω / κινῶ ((Lehnbedeutung) französisch émouvoir)


GriechischDeutsch
Δε θέλω απλά να τους διασκεδάζω. Θέλω να τους συγκινώ, να τους φοβερίζω, να τους κάνω να κλαίνε.Ich will sie nicht nur zum Lachen bringen, sondern sie auch bewegen, ihnen Angst machen, sie zum Weinen bringen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu συγκινώ

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
συγκινήσει
μετοχή (ενεστώτας)
συγκινώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωποsingularplural
πρώτοδεύτεροτρίτοπρώτοδεύτεροτρίτο
οριστικήεγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώταςσυγκινώσυγκινείςσυγκινείσυγκινούμεσυγκινείτεσυγκινούν
παρατατικόςσυγκινούσασυγκινούσεςσυγκινούσεσυγκινούσαμεσυγκινούσατεσυγκινούσαν
αόριστοςσυγκίνησασυγκίνησεςσυγκίνησεσυγκινήσαμεσυγκινήσατεσυγκίνησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα συγκινώθα συγκινείςθα συγκινείθα συγκινούμεθα συγκινείτεθα συγκινούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα συγκινήσωθα συγκινήσειςθα συγκινήσειθα συγκινήσουμεθα συγκινήσετεθα συγκινήσουν
παρακείμενος α'έχω συγκινήσειέχεις συγκινήσειέχει συγκινήσειέχουμε συγκινήσειέχετε συγκινήσειέχουν συγκινήσει
παρακείμενος β'------
υπερσυντέλικος α'είχα συγκινήσειείχες συγκινήσειείχε συγκινήσειείχαμε συγκινήσειείχατε συγκινήσειείχαν συγκινήσει
υπερσυντέλικος β'------
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω συγκινήσειθα έχεις συγκινήσειθα έχει συγκινήσειθα έχουμε συγκινήσειθα έχετε συγκινήσειθα έχουν συγκινήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
------
υποτακτικήεγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώταςνα συγκινώνα συγκινείςνα συγκινείνα συγκινούμενα συγκινείτενα συγκινούν
αόριστοςνα συγκινήσωνα συγκινήσειςνα συγκινήσεινα συγκινήσουμενα συγκινήσετενα συγκινήσουν
παρακείμενος α'να έχω συγκινήσεινα έχεις συγκινήσεινα έχει συγκινήσεινα έχουμε συγκινήσεινα έχετε συγκινήσεινα έχουν συγκινήσει
παρακείμενος β'------
προστακτική-(εσύ)--(εσείς)-
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώταςσυγκίνεισυγκινείτε
αόριστοςσυγκίνησεσυγκινήστε









Griechische Definition zu συγκινώ

συγκινώ [singinó] -ούμαι μππ. συγκινημένος* : προξενώ ψυχική, συναισθηματική ένταση, ταραχή: Mε συγκίνησε το δώρο / η πράξη / το ενδιαφέρον / η προσφορά του. Tα λόγια του με έχουν συγκινήσει. Tο έργο κατάφερε να συγκινήσει το κοινό. Συγκινήθηκα κι έκλαψα. || κινώ, προκαλώ το ενδιαφέρον: H πρότασή του δε με συγκίνησε.

[λόγ. < αρχ. συγκινῶ `κινώ μαζί, εξάπτω΄ & σημδ. γαλλ. émouvoir]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback