{ο}  παπάς Subst.  [papas]

{der}    Subst.
(6)

Etymologie zu παπάς

παπάς Koine-Griechisch παπᾶς (τιμητικός τίτλος ιερέων) altgriechisch πάππας (μπαμπάς)[1]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.




Griechische Definition zu παπάς

πάπας ο [pápas] : τίτλος που φέρει ο αρχιεπίσκοπος Ρώμης, ο οποίος είναι συγχρόνως και ο ηγέτης της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας· ποντίφικας: Tο αλάθητο / το πρωτείο του πάπα. Συνάντηση του Πάπα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως. (έκφρ.) έπιασε / κρατάει τον πάπα από τα γένια, για κπ. που καυχιέται χωρίς να το αξίζει. || τιμητικός τίτλος που φέρει ο πατριάρχης Aλεξανδρείας: Πάπας και Πατριάρχης Aλεξανδρείας και πάσης Aφρικής.

[αντδ. < μσνλατ. papa < ελνστ. πάπας `επίσκοπος, και ιδιαίτερα της Ρώμης΄ < αρχ. πάππας `μπαμπάς΄ (λ. νηπιακή) (πρβ. παπάς)]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback