νευριάζω Verb  [nevriazo, neyriazw]

  Verb
(3)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
böse werden (ugs.)
(0)

Etymologie zu νευριάζω

νευριάζω προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον


GriechischDeutsch
Δεν θέλω να σε νευριάζω.Ich will dich nicht nerven.

Übersetzung nicht bestätigt

Το μόνο που κάνω καλά, είναι να νευριάζω τον κόσμο και δε με αφήνουν να το κάνω.Ich kann nichts, außer Leute zu nerven. Aber nicht mal das darf ich.

Übersetzung nicht bestätigt

Να τους νευριάζω.Sie zu nerven.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu νευριάζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νευριάζωνευριάζουμε, νευριάζομε
νευριάζειςνευριάζετε
νευριάζεινευριάζουν(ε)
Imper
fekt
νευρίαζανευριάζαμε
νευρίαζεςνευριάζατε
νευρίαζενευρίαζαν, νευριάζαν(ε)
Aoristνευρίασανευριάσαμε
νευρίασεςνευριάσατε
νευρίασενευρίασαν, νευριάσαν(ε)
Per
fekt
έχω νευριάσειέχουμε νευριάσει
έχεις νευριάσειέχετε νευριάσει
έχει νευριάσειέχουν νευριάσει
Plu
per
fekt
είχα νευριάσειείχαμε νευριάσει
είχες νευριάσειείχατε νευριάσει
είχε νευριάσειείχαν νευριάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νευριάζωθα νευριάζουμε, θα νευριάζομε
θα νευριάζειςθα νευριάζετε
θα νευριάζειθα νευριάζουν(ε)
Fut
ur
θα νευριάσωθα νευριάσουμε, θα νευριάζομε
θα νευριάσειςθα νευριάσετε
θα νευριάσειθα νευριάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νευριάσειθα έχουμε νευριάσει
θα έχεις νευριάσειθα έχετε νευριάσει
θα έχει νευριάσειθα έχουν νευριάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νευριάζωνα νευριάζουμε, να νευριάζομε
να νευριάζειςνα νευριάζετε
να νευριάζεινα νευριάζουν(ε)
Aoristνα νευριάσωνα νευριάσουμε, να νευριάσομε
να νευριάσειςνα νευριάσετε
να νευριάσεινα νευριάσουν(ε)
Perfνα έχω νευριάσεινα έχουμε νευριάσει
να έχεις νευριάσεινα έχετε νευριάσει
να έχει νευριάσεινα έχουν νευριάσει
Imper
ativ
Presνευρίαζενευριάζετε
Aoristνευρίασενευριάστε
Part
izip
Presνευριάζοντας
Perfέχοντας νευριάσει
νευριασμένος
InfinAoristνευριάσει











Griechische Definition zu νευριάζω

νευριάζω [nevriázo] .1α μππ. νευριασμένος* : α.ενοχλώ κπ. σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τον κάνω να χάσει την ηρεμία και την ψυχραιμία του· εκνευρίζω: Mε νευρίασες με τις φωνές σου. Mε νευριάζει, γιατί επιμένει ενώ έχει άδικο. β. χάνω την ηρεμία μου και την ψυχραιμία μου εξαιτίας ενός γεγονότος ή μιας συμπεριφοράς που με ενοχλεί πολύ· εκνευρίζομαι: Nευρίασα με την υπάλληλο που άργησε να με εξυπηρετήσει. Είναι πολύ ήρεμος άνθρωπος, δε νευριάζει ποτέ.

[νεύρ(ο) -ιάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback