μολύνω Verb  [molino, molynw]

  Verb
(3)
  Verb
(3)
  Verb
(1)
zumüllen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu μολύνω

μολύνω altgriechisch μολύνω ((Lehnübersetzung) englisch pollute)


GriechischDeutsch
μολύνω με ιό.kontaminieren mit schädlichen Organismen.

Übersetzung nicht bestätigt

Έχω προσβληθεί σίγουρα και δεν θα διακινδυνεύσω να μολύνω την Γη.Ich bin auf jeden Fall infiziert und kann es nicht riskieren, die Erde zu kontaminieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Ενώ δεν είμαι μεταδοτική τώρα, μπορώ όμως ακόμα να μολύνω τα στοιχεία.Obwohl ich nicht ansteckend bin, ist da immer noch ein Risiko, dass ich die Beweise kontaminieren könnte.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu μολύνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μολύνωμολύνουμε, μολύνομεμολύνομαιμολυνόμαστε
μολύνειςμολύνετεμολύνεσαιμολύνεστε, μολυνόσαστε
μολύνειμολύνουν(ε)μολύνεταιμολύνονται
Imper
fekt
μόλυναμολύναμεμολυνόμουν(α)μολυνόμαστε, μολυνόμασταν
μόλυνεςμολύνατεμολυνόσουν(α)μολυνόσαστε, μολυνόσασταν
μόλυνεμόλυναν, μολύναν(ε)μολυνόταν(ε)μολύνονταν, μολυνόντανε, μολυνόντουσαν
Aoristμόλυναμολύναμεμολύνθηκαμολυνθήκαμε
μόλυνεςμολύνατεμολύνθηκεςμολυνθήκατε
μόλυνεμόλυναν, μολύναν(ε)μολύνθηκεμολύνθηκαν, μολυνθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω μολύνει
έχω μολυμένο
έχουμε μολύνει
έχουμε μολυμένο
έχω μολυνθεί
είμαι μολυμένος, -η
έχουμε μολυνθεί
είμαστε μολυμένοι, -ες
έχεις μολύνει
έχεις μολυμένο
έχετε μολύνει
έχετε μολυμένο
έχεις μολυνθεί
είσαι μολυμένος, -η
έχετε μολυνθεί
είστε μολυμένοι, -ες
έχει μολύνει
έχει μολυμένο
έχουν μολύνει
έχουν μολυμένο
έχει μολυνθεί
είναι μολυμένος, -η, -ο
έχουν μολυνθεί
είναι μολυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα μολύνει
είχα μολυμένο
είχαμε μολύνει
είχαμε μολυμένο
είχα μολυνθεί
ήμουν μολυμένος, -η
είχαμε μολυνθεί
ήμαστε μολυμένοι, -ες
είχες μολύνει
είχες μολυμένο
είχατε μολύνει
είχατε μολυμένο
είχες μολυνθεί
ήσουν μολυμένος, -η
είχατε μολυνθεί
ήσαστε μολυμένοι, -ες
είχε μολύνει
είχε μολυμένο
είχαν μολύνει
είχαν μολυμένο
είχε μολυνθεί
ήταν μολυμένος, -η, -ο
είχαν μολυνθεί
ήταν μολυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μολύνωθα μολύνουμε, θα μολύνομεθα μολύνομαιθα μολυνόμαστε
θα μολύνειςθα μολύνετεθα μολύνεσαιθα μολύνεστε, θα μολυνόσαστε
θα μολύνειθα μολύνουν(ε)θα μολύνεταιθα μολύνονται
Fut
ur
θα μολύνωθα μολύνουμε, θα μολύνομεθα μολυνθώθα μολυνθούμε
θα μολύνειςθα μολύνετεθα μολυνθείςθα μολυνθείτε
θα μολύνειθα μολύνουν(ε)θα μολυνθείθα μολυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μολύνει
θα έχω μολυμένο
θα έχουμε μολύνει
θα έχουμε μολυμένο
θα έχω μολυνθεί
θα είμαι μολυμένος, -η
θα έχουμε μολυνθεί
θα είμαστε μολυμένοι, -ες
θα έχεις μολύνει
θα έχεις μολυμένο
θα έχετε μολύνει
θα έχετε μολυμένο
θα έχεις μολυνθεί
θα είσαι μολυμένος, -η
θα έχετε μολυνθεί
θα είστε μολυμένοι, -ες
θα έχει μολύνει
θα έχει μολυμένο
θα έχουν μολύνει
θα έχουν μολυμένο
θα έχει μολυνθεί
θα είναι μολυμένος, -η, -ο
θα έχουν μολυνθεί
θα είναι μολυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μολύνωνα μολύνουμε, να μολύνομενα μολύνομαινα μολυνόμαστε
να μολύνειςνα μολύνετενα μολύνεσαινα μολύνεστε, να μολυνόσαστε
να μολύνεινα μολύνουν(ε)να μολύνεταινα μολύνονται
Aoristνα μολύνωνα μολύνουμε, να μολύνομενα μολυνθώνα μολυνθούμε
να μολύνειςνα μολύνετενα μολυνθείςνα μολυνθείτε
να μολύνεινα μολύνουν(ε)να μολυνθείνα μολυνθούν(ε)
Perfνα έχω μολύνει
να έχω μολυμένο
να έχουμε μολύνει
να έχουμε μολυμένο
να έχω μολυνθεί
να είμαι μολυμένος, -η
να έχουμε μολυνθεί
να είμαστε μολυμένοι, -ες
να έχεις μολύνει
να έχεις μολυμένο
να έχετε μολύνει
να έχετε μολυμένο
να έχεις μολυνθεί
να είσαι μολυμένος, -η
να έχετε μολυνθεί
να είστε μολυμένοι, -ες
να έχει μολύνει
να έχει μολυμένο
να έχουν μολύνει
να έχουν μολυμένο
να έχει μολυνθεί
να είναι μολυμένος, -η, -ο
να έχουν μολυνθεί
να είναι μολυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμόλυνεμολύνετεμολύνεστε
Aoristμόλυνεμολύνετεμολύνσουμολυνθείτε
Part
izip
Presμολύνοντας
Perfέχοντας μολύνει, έχοντας μολυμένομολυμένος, -η, -ομολυμένοι, -ες, -α
InfinAoristμολύνειμολυνθεί















Griechische Definition zu μολύνω

μολύνω [molíno] -ομαι : 1. προκαλώ μόλυνση σε κπ. ή σε κτ.: Θα μολύνεις την πληγή, αν την αγγίζεις με βρόμικα χέρια. Mολυσμένο αίμα. || ρυπαίνω βαθμιαία το περιβάλλον με ουσίες που είναι βλαβερές για τον άνθρωπο και για τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς και οφείλονται στην αλόγιστη βιομηχανική ανάπτυξη: Mολυσμένος αέρας. Mολυσμένη ατμόσφαιρα / θάλασσα. Παραλία μολυσμένη και επομένως ακατάλληλη για μπάνιο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback