καταστατικός -ή -ό Adj.  [katastatikos -i -o, katastatikos -h -o]

(0)
  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • καταστατικός (maskulin)
  • καταστατική (feminin)
  • καταστατικό (neutrum)


Griechische Definition zu καταστατικός -ή -ό

καταστατικός -ή -ό [katastatikós] : 1α. που ρυθμίζει μια κατάσταση, που θέτει τις θεμελιώδεις διατάξεις για να ιδρυθεί, να υπάρξει κτ.: καταστατικός -ή -ό χάρτης, θεμελιώδης νόμος. Ο καταστατικός -ή -ό χάρτης μιας χώρας, το σύνταγμα. Ο καταστατικός -ή -ό χάρτης του Οργανισμού Hνωμένων Εθνών. Ο καταστατικός -ή -ό νόμος της Εκκλησίας. β. (ως ουσ.) το καταστατικό, το σύνολο των διατάξεων που καθορίζουν την οργάνωση και την εσωτερική λειτουργία ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου: Tο καταστατικό του κόμματος / της εταιρείας / των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback