διαβλέπω Verb  [diavlepo, thiavlepo, diablepw]

  Verb
(0)

Etymologie zu διαβλέπω

διαβλέπω altgriechisch διαβλέπω διά + βλέπω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

Grammatik zu διαβλέπω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαβλέπωδιαβλέπουμε, διαβλέπομε
διαβλέπειςδιαβλέπετε
διαβλέπειδιαβλέπουν(ε)
Imper
fekt
διέβλεπαδιαβλέπαμε
διέβλεπεςδιαβλέπατε
διέβλεπεδιέβλεπαν, διαβλέπανε
Aoristδιέβλεψα, διείδαδιαβλέψαμε, διείδαμε
διέβλεψες, διείδεςδιαβλέψατε, διείδατε
διέβλεψε, διείδεδιέβλεψαν, διαβλέψαν(ε), διείδαν(ε)
Per
fekt
έχω διαβλέψειέχουμε διαβλέψει
έχεις διαβλέψειέχετε διαβλέψει
έχει διαβλέψειέχουν διαβλέψει
Plu
per
fekt
είχα διαβλέψειείχαμε διαβλέψει
είχες διαβλέψειείχατε διαβλέψει
είχε διαβλέψειείχαν διαβλέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαβλέπωθα διαβλέπουμε, θα διαβλέπομε
θα διαβλέπειςθα διαβλέπετε
θα διαβλέπειθα διαβλέπουν(ε)
Fut
ur
θα διαβλέψωθα διαβλέψουμε, διαβλέψομε
θα διαβλέψείςθα διαβλέψετε
θα διαβλέψειθα διαβλέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαβλέψειθα έχουμε διαβλέψει
θα έχεις διαβλέψειθα έχετε διαβλέψει
θα έχει διαβλέψειθα έχουν διαβλέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαβλέπωνα διαβλέπουμε, να διαβλέπομε
να διαβλέπειςνα διαβλέπετε
να διαβλέπεινα διαβλέπουν(ε)
Aoristνα διαβλέψωνα διαβλέψουμε/διαβλέψομε
να διαβλέψειςνα διαβλέψετε
να διαβλέψεινα διαβλέψουν(ε)
Perfνα έχω διαβλέψεινα έχουμε διαβλέψει
να έχεις διαβλέψεινα έχετε διαβλέψει
να έχει διαβλέψεινα έχουν διαβλέψει
Imper
ativ
Presδιάβλεπεδιαβλέπετε
Aoristδιάβλεψεδιαβλέψετε
Part
izip
Presδιαβλέποντας
Perfέχοντας διαβλέψει
InfinAoristδιαβλέψει





Griechische Definition zu διαβλέπω

διαβλέπω [δiavlépo] Ρ αόρ. διέβλεψα και διείδα, απαρέμφ. διαβλέψει : διακρίνω κτ. πριν να συμβεί ή πριν να εκδηλωθεί πλήρως, με βάση ορισμένες ενδείξεις ή / και με προσεκτική και οξυδερκή παρατήρηση: διαβλέπω κινδύνους / ύποπτους σκοπούς. Διέβλεψε / διείδε την πορεία των γεγονότων / των εξελίξεων.

[λόγ. < αρχ. διαβλέπω `βλέπω καθαρά΄ σημδ. γαλλ. entrevoir ή γερμ. durchsehen, durchschauen]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback