{η}  δίκη Subst.  [diki, thiki, dikh]

{der}    Subst.
(1393)
{die}    Subst.
(88)
{das}    Subst.
(79)
{die}    Subst.
(22)
{die}    Subst.
(7)

Etymologie zu δίκη

δίκη altgriechisch δίκη proto-indogermanisch *deyḱ-


GriechischDeutsch
Το γραφείο του απήγγειλε σε διαδηλωτές την κατηγορία του Muharebeh, ή μίσους κατά του Θεού, που επισύρει τη θανατική ποινή και δεν εξασφάλισε δίκαιη δίκη σε όσους αντιμετώπιζαν την ποινή αυτή.Sein Amt klagte Protestteilnehmer der Moharebeh, der „Feindschaft gegen Gott“ an, die mit dem Tod bestraft wird; den Angeklagten, denen die Todesstrafe drohte, wurde ein fairer Prozess versagt.

Übersetzung bestätigt

Ο τρόπος με τον οποίον διεξήγαγε τη δίκη συνιστά σαφή παραβίαση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.Ihre Art, den Prozess zu führen, stellte einen klaren Verstoß gegen die Strafprozessordnung dar.

Übersetzung bestätigt

Η δίκη του άρχισε τον Ιανουάριο 2009 και προβλέπεται να περατωθεί το 2011.Sein Prozess begann im Januar 2009 und dürfte 2011 abgeschlossen werden.

Übersetzung bestätigt

Η δίκη του Murwanashyaka για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διεπράχθησαν από στρατεύματα του FDLR-FOCA στη ΛΔΚ το 2008 και το 2009 άρχισε στις 4 Μαΐου 2011 ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου.Murwanashyakas Prozess wegen der in den Jahren 2008 und 2009 von den FDLR-Truppen begangenen Kriegsverbrechen und Verbrechen gegen die Menschlichkeit begann am 4. Mai 2011 vor einem deutschen Gericht.

Übersetzung bestätigt

Η δίκη του Musoni για εγκλήματα πολέμου και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διεπράχθησαν από στρατεύματα του FDLR στη ΛΔΚ το 2008 και το 2009 άρχισε στις 4 Μαΐου 2011 ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου.Der Prozess gegen Musoni wegen der in den Jahren 2008 und 2009 von den FDLR-Truppen begangenen Kriegsverbrechen und Verbrechen gegen die Menschlichkeit begann am 4. Mai 2011 vor einem deutschen Gericht.

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu δίκη

δίκη η [δíki] : επίσημη διαδικασία που γίνεται στο δικαστήριο, με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης (την καταδίκη ή την αθώωση κατηγορουμένου ή τη διευθέτηση μιας διαφοράς): Ποινική / αστική δίκη. Παραπέμπω κπ. σε δίκη. Διεξάγω μια δίκη. Aναψηλάφηση / αναθεώρηση της δίκης. Kέρδισα / έχασα τη δίκη. || Δίκη, στην αρχαία ελληνική μυθολογία, προσωποποίηση της δικαιοσύνης που τιμωρεί. Θεία Δίκη, η δίκαιη τιμωρία που στέλνει ο Θεός. (απαρχ. έκφρ.) έστι Δίκης οφθαλμός, υπάρχει η θεία δικαιοσύνη που τιμωρεί.

[αρχ. δίκη]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback