αρχαίος Adj.  [archeos, arxaios]

  Adj.
(2)
  Adj.
(0)

Etymologie zu αρχαίος

αρχαίος altgriechisch ἀρχαῖος ἀρχή ἄρχω proto-indogermanisch *h₂érgʰ- (ἄρχω)


GriechischDeutsch
Αυτός δεν είναι παλιός, είναι αρχαίος.Darwyn, das ist nicht alte Schule, das ist antik.

Übersetzung nicht bestätigt

Ο εξοπλισμός εδώ είναι αρχαίος.Die Ausrüstung hier ist antik.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Noch keine Grammatik zu αρχαίος.



Griechische Definition zu αρχαίος

αρχαίος, επίθ.· αρχιός.

Α´ Προκ. για πράγμα ή κατάσταση
1) Που είναι παλαιό και διατηρείται ως σήμερα:
ο σάκος ο αρχαίος έως του νυν (Iστ. πολιτ. 3618· Διγ. Z 659).
2) (Προκ. για την πατρίδα) που υφίσταται από παλαιά· σεβαστός:
(Γλυκά, Aναγ. 163).
Β´ Προκ. για πρόσωπο
1) Που είναι παλαιός, που υφίσταται από πολύ καιρό· έμπειρος:
εγώ ’μαι πρώτη πολιτική, εγώ ’μαι αρχαία μαυλίστρα (Σαχλ., Aφήγ. 853).
2) Που έζησε σε προγενέστερη εποχή:
ο τύπος των αρχαίων (Διγ. Z 4471).
Tο ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = η παλαιά, η προηγούμενη κατάσταση:
να τηνε φέρει (ενν. την πόλη) εις τα αρχαία της (Mορεζίν., Kλίνη Σολομ. 403).
[αρχ. επίθ. αρχαίος. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback