{το}  αξιόλογο Subst.  [aksiologo, aksioloro]

(30)

GriechischDeutsch
Στις 23 Ιανουαρίου 2012, το Συμβούλιο χαιρέτισε το αξιόλογο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν δρομολογήσει η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο στη Βιρμανία/Μιανμάρ μαζί με τις δεσμεύσεις για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.Der Rat begrüßte am 23. Januar 2012 das bemerkenswerte politische Reformprogramm der Regierung und des Parlaments von Birma/Myanmar und die darin enthaltene Verpflichtung zu wirtschaftlicher und sozialer Entwicklung.

Übersetzung bestätigt

τον καινοτόμο και αξιόλογο χαρακτήρα της παρούσας γνωμοδότησης σε ό,τι αφορά στην άριστη εργασία της ομάδας μελέτης και την εποικοδομητική συμμετοχή των ομολόγων της ΕΟΚΕ στην κοινότητα των Άνδεων, την έμπρακτη συμβολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ιδιαίτερα αντικειμενικό ύφος που υιοθετήθηκε, το μεγάλο αριθμό εποικοδομητικών προτάσεων που περιλαμβάνονται στο έγγραφο, καθώς και τη μέθοδο εργασίας που χρησιμοποιήθηκεAußerordentliche und bemerkenswerte Qualität dieser Stellungnahme sowohl aufgrund der ausgezeichneten Arbeit der Studiengruppe als auch der tatkräftigen Mitwirkung der Partner aus der Andengemeinschaft, des regen Beitrags der Europäischen Kommission, des sehr objektiven und an konstruktiven Vorschlägen reichen Textes und der benutzten Arbeitsmethode.

Übersetzung bestätigt

Οι ρυθμοί ανάπτυξης, οι οποίοι κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 5 έως 7%, καταδεικνύουν το αξιόλογο σημερινό δυναμικό μετά από τα, από οικονομική άποψη, δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 90, οπότε άρχισαν οι οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.Zuwachsraten von durchschnittlich 5 bis 7% kennzeichnen heute die bemerkenswerte Dynamik nach den ökonomisch schwierigen Jahren zu Beginn des wirtschaftlichen und gesellschaftlichen Wandels Anfang der 90er Jahre.

Übersetzung bestätigt

«Το Συμβούλιο χαιρετίζει το αξιόλογο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν δρομολογήσει η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο στη Βιρμανία/Μιανμάρ μαζί με τις δεσμεύσεις για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη."Der Rat begrüßt das bemerkenswerte politische Reformprogramm der Regierung und des Parlaments von Birma/Myanmar und die darin enthaltene Verpflichtung zu wirtschaftlicher und sozialer Entwicklung.

Übersetzung bestätigt

Στο επίπεδο αυτό, το έργο που επιτέλεσε η Επιτροπή Περιβάλλοντος, προπαντός χάρη στην εργασία του εισηγητή μας, ήταν αληθινά αξιόλογο.In dieser Hinsicht hat der Ausschuss für Umweltfragen, Volksgesundheit und Verbraucherpolitik hauptsächlich dank des Einsatzes unseres Berichterstatters eine wirklich bemerkenswerte Arbeit geleistet.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
αξιόλογος -η -ο
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αξιόλογο.



Griechische Definition zu αξιόλογο

αξιόλογο [aksióloγo] το,

merit, value (syn αξία):
εξαπλώθηκα ολίγο, τρόπον τινά παρά το προκείμενό μου· το αξιόλογο του υποκειμένου και η σπάνι οπού έχομεν από βιβλία εις τη γλώσσα μας μ' έκαμαν (Dimitrieis) |
μου φαίνεται ότι θα πουληθούν πολλά αντίτυπα, όχι για το αξιόλογο της εργασίας, όσο για την περιέργεια που κινούν (Ouranis)
[substantiv. n of αξιόλογος]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback