traurig stimmen
 

λυπώ Verb
(0)
στενοχωρώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λυπώλυπούμεlupamai">λυπάμαι, λυπούμαιλυπόμαστε, λυπούμαστε
λυπείςλυπείτελυπάσαιλυπάστε, λυπόσαστε
λυπείλυπούν(ε)λυπάταιλυπούνται, λυπόνται
Imper
fekt
λυπούσαλυπούσαμελυπόμουν(ε)λυπόμαστε, λυπούμαστε, λυπόμασταν
λυπούσεςλυπούσατελυπόσουν(α)λυπόσαστε, λυπόσασταν
λυπούσελυπούσαν(ε)λυπόταν(ε)λυπόνταν(ε), λυπούνταν, λυπόντουσαν
Aoristλύπησαλυπήσαμελυπήθηκαλυπηθήκαμε
λύπησεςλυπήσατελυπήθηκεςλυπηθήκατε
λύπησελύπησαν, λυπήσαν(ε)λυπήθηκελυπήθηκαν, λυπηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω λυπήσει
έχω λυπημένο
έχουμε λυπήσει
έχουμε λυπημένο
έχω λυπηθεί
είμαι λυπημένος, -η
έχουμε λυπηθεί
είμαστε λυπημένοι, -ες
έχεις λυπήσει
έχεις λυπημένο
έχετε λυπήσει
έχετε λυπημένο
έχεις λυπηθεί
είσαι λυπημένος, -η
έχετε λυπηθεί
είστε λυπημένοι, -ες
έχει λυπήσει
έχει λυπημένο
έχουν λυπήσει
έχουν λυπημένο
έχει λυπηθεί
είναι λυπημένος, -η, -ο
έχουν λυπηθεί
είναι λυπημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα λυπήσει
είχα λυπημένο
είχαμε λυπήσει
είχαμε λυπημένο
είχα λυπηθεί
ήμουν λυπημένος, -η
είχαμε λυπηθεί
ήμαστε λυπημένοι, -ες
είχες λυπήσει
είχες λυπημένο
είχατε λυπήσει
είχατε λυπημένο
είχες λυπηθεί
ήσουν λυπημένος, -η
είχατε λυπηθεί
ήσαστε λυπημένοι, -ες
είχε λυπήσει
είχε λυπημένο
είχαν λυπήσει
είχαν λυπημένο
είχε λυπηθεί
ήταν λυπημένος, -η, -ο
είχαν λυπηθεί
ήταν λυπημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λυπώθα λυπούμεθα λυπάμαι, θα λυπούμαιθα λυπόμαστε, θα λυπούμαστε
θα λυπείςθα λυπείτεθα λυπάσαιθα λυπάστε, θα λυπόσαστε
θα λυπείθα λυπούν(ε)θα λυπάταιθα λυπούνται, θα λυπόνται
Fut
ur
θα λυπήσωθα λυπήσουμεθα λυπηθώθα λυπηθούμε
θα λυπήσειςθα λυπήσετεθα λυπηθείςθα λυπηθείτε
θα λυπήσειθα λυπήσουν(ε)θα λυπηθείθα λυπηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λυπήσει
θα έχω λυπημένο
θα έχουμε λυπήσει
θα έχουμε λυπημένο
θα έχω λυπηθεί
θα είμαι λυπημένος, -η
θα έχουμε λυπηθεί
θα είμαστε λυπημένοι, -ες
θα έχεις λυπήσει
θα έχεις λυπημένο
θα έχετε λυπήσει
θα έχετε λυπημένο
θα έχεις λυπηθεί
θα είσαι λυπημένος, -η
θα έχετε λυπηθεί
θα είστε λυπημένοι, -η
θα έχει λυπήσει
θα έχει λυπημένο
θα έχουν λυπήσει
θα έχουν λυπημένο
θα έχει λυπηθεί
θα είναι λυπημένος, -η, -ο
θα έχουν λυπηθεί
θα είναι λυπημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λυπώνα λυπούμενα λυπάμαι, να λυπούμαινα λυπόμαστε, να λυπούμαστε
να λυπείςνα λυπείτενα λυπάσαινα λυπάστε, να λυπόσαστε
να λυπείνα λυπούν(ε)να λυπάταινα λυπούνται, να λυπόνται
Aoristνα λυπήσωνα λυπήσουμε, να λυπήσομενα λυπηθώνα λυπηθούμε
να λυπήσειςνα λυπήσετενα λυπηθείςνα λυπηθείτε
να λυπήσεινα λυπήσουν(ε)να λυπηθείνα λυπηθούν(ε)
Perfνα έχω λυπήσει
να έχω λυπημένο
να έχουμε λυπήσει
να έχουμε λυπημένο
να έχω λυπηθεί
να είμαι λυπημένος, -η
να έχουμε λυπηθεί
να είμαστε λυπημένοι, -ες
να έχεις λυπήσει
να έχεις λυπημένο
να έχετε λυπήσει
να έχετε λυπημένο
να έχεις λυπηθεί
να είσαι λυπημένος, -η
να έχετε λυπηθεί
να είστε λυπημένοι, -ες
να έχει λυπήσει
να έχει λυπημένο
να έχουν λυπήσει
να έχουν λυπημένο
να έχει λυπηθεί
να είναι λυπημένος, -η, -ο
να έχουν λυπηθεί
να είναι λυπημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλυπείτελυπάστε
Aoristλύπησελυπήστε, λυπήσετελυπήσουλυπηθείτε
Part
izip
Presλυπώντας
Perfέχοντας λυπήσει, έχοντας λυπημένολυπημένος, -η, -ολυπημένοι, -ες, -α
InfinAoristλυπήσειλυπηθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
stenaxorao">στενοχωρώ, στεναχωρώστενοχωρούμε, στεναχωρούμεστενοχωρούμαιστενοχωρούμαστε
στενοχωρείς, στεναχωρείςστενοχωρείτε, στεναχωρείτεστενοχωρείσαιστενοχωρείστε
στενοχωρεί, στεναχωρείστενοχωρούν(ε), στεναχωρούν(ε)στενοχωρείταιστενοχωρούνται
Imper
fekt
στενοχωρούσα, στεναχωρούσαστενοχωρούσαμε, στεναχωρούσαμεστενοχωρούμουνστενοχωρούμαστε
στενοχωρούσες, στεναχωρούσεςστενοχωρούσατε, στεναχωρούσατε
στενοχωρούσε, στεναχωρούσεστενοχωρούσαν(ε), στεναχωρούσαν(ε)στενοχωρούνταν, στενοχωρείτοστενοχωρούνταν, στενοχωρούντο
Aoristστενοχώρησα, στεναχώρησαστενοχωρήσαμε, στεναχωρήσαμεστενοχωρήθηκαστενοχωρηθήκαμε
στενοχώρησες, στεναχώρησεςστενοχωρήσατε, στεναχωρήσατεστενοχωρήθηκεςστενοχωρηθήκατε
στενοχώρησε, στεναχώρησεστενοχώρησαν, στενοχωρήσαν(ε), στεναχώρησαν, στεναχωρήσαν(ε)στενοχωρήθηκεστενοχωρήθηκαν, στενοχωρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω στενοχωρήσει
έχω στενοχωρημένο
έχουμε στενοχωρήσει
έχουμε στενοχωρημένο
έχω στενοχωρηθεί
είμαι στενοχωρημένος, -η
έχουμε στενοχωρηθεί
είμαστε στενοχωρημένοι, -ες
έχεις στενοχωρήσει
έχεις στενοχωρημένο
έχετε στενοχωρήσει
έχετε στενοχωρημένο
έχεις στενοχωρηθεί
είσαι στενοχωρημένος, -η
έχετε στενοχωρηθεί
είστε στενοχωρημένοι, -ες
έχει στενοχωρήσει
έχει στενοχωρημένο
έχουν στενοχωρήσει
έχουν στενοχωρημένο
έχει στενοχωρηθεί
είναι στενοχωρημένος, -η, -ο
έχουν στενοχωρηθεί
είναι στενοχωρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα στενοχωρήσει
είχα στενοχωρημένο
είχαμε στενοχωρήσει
είχαμε στενοχωρημένο
είχα στενοχωρηθεί
ήμουν στενοχωρημένος, -η
είχαμε στενοχωρηθεί
ήμαστε στενοχωρημένοι, -ες
είχες στενοχωρήσει
είχες στενοχωρημένο
είχατε στενοχωρήσει
είχατε στενοχωρημένο
είχες στενοχωρηθεί
ήσουν στενοχωρημένος, -η
είχατε στενοχωρηθεί
ήσαστε στενοχωρημένοι, -ες
είχε στενοχωρήσει
είχε στενοχωρημένο
είχαν στενοχωρήσει
είχαν στενοχωρημένο
είχε στενοχωρηθεί
ήταν στενοχωρημένος, -η, -ο
είχαν στενοχωρηθεί
ήταν στενοχωρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στενοχωρώθα στενοχωρούμεθα στενοχωρούμαιθα στενοχωρούμαστε
θα στενοχωρείςθα στενοχωρείτεθα στενοχωρείσαιθα στενοχωρείστε
θα στενοχωρείθα στενοχωρούν(ε)θα στενοχωρείταιθα στενοχωρούνται
Fut
ur
θα στενοχωρήσωθα στενοχωρήσουμεθα στενοχωρηθώθα στενοχωρηθούμε
θα στενοχωρήσειςθα στενοχωρήσετεθα στενοχωρηθείςθα στενοχωρηθείτε
θα στενοχωρήσειθα στενοχωρήσουν(ε)θα στενοχωρηθείθα στενοχωρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στενοχωρήσει
θα έχω στενοχωρημένο
θα έχουμε στενοχωρήσει
θα έχουμε στενοχωρημένο
θα έχω στενοχωρηθεί
θα είμαι στενοχωρημένος, -η
θα έχουμε στενοχωρηθεί
θα είμαστε στενοχωρημένοι, -ες
θα έχεις στενοχωρήσει
θα έχεις στενοχωρημένο
θα έχετε στενοχωρήσει
θα έχετε στενοχωρημένο
θα έχεις στενοχωρηθεί
θα είσαι στενοχωρημένος, -η
θα έχετε στενοχωρηθεί
θα είστε στενοχωρημένοι, -η
θα έχει στενοχωρήσει
θα έχει στενοχωρημένο
θα έχουν στενοχωρήσει
θα έχουν στενοχωρημένο
θα έχει στενοχωρηθεί
θα είναι στενοχωρημένος, -η, -ο
θα έχουν στενοχωρηθεί
θα είναι στενοχωρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στενοχωρώνα στενοχωρούμενα στενοχωρούμαινα στενοχωρούμαστε
να στενοχωρείςνα στενοχωρείτενα στενοχωρείσαινα στενοχωρείστε
να στενοχωρείνα στενοχωρούν(ε)να στενοχωρείταινα στενοχωρούνται
Aoristνα στενοχωρήσωνα στενοχωρήσουμε, να στενοχωρήσομενα στενοχωρηθώνα στενοχωρηθούμε
να στενοχωρήσειςνα στενοχωρήσετενα στενοχωρηθείςνα στενοχωρηθείτε
να στενοχωρήσεινα στενοχωρήσουν(ε)να στενοχωρηθείνα στενοχωρηθούν(ε)
Perfνα έχω στενοχωρήσει
να έχω στενοχωρημένο
να έχουμε στενοχωρήσει
να έχουμε στενοχωρημένο
να έχω στενοχωρηθεί
να είμαι στενοχωρημένος, -η
να έχουμε στενοχωρηθεί
να είμαστε στενοχωρημένοι, -ες
να έχεις στενοχωρήσει
να έχεις στενοχωρημένο
να έχετε στενοχωρήσει
να έχετε στενοχωρημένο
να έχεις στενοχωρηθεί
να είσαι στενοχωρημένος, -η
να έχετε στενοχωρηθεί
να είστε στενοχωρημένοι, -ες
να έχει στενοχωρήσει
να έχει στενοχωρημένο
να έχουν στενοχωρήσει
να έχουν στενοχωρημένο
να έχει στενοχωρηθεί
να είναι στενοχωρημένος, -η, -ο
να έχουν στενοχωρηθεί
να είναι στενοχωρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστενοχωρείτεστενοχωρείστε
Aoristστενοχώρησεστενοχωρήστε, στενοχωρήσετεστενοχωρήσουστενοχωρηθείτε
Part
izip
Presστενοχωρώνταςστενοχωρούμενος
Perfέχοντας στενοχωρήσει, έχοντας στενοχωρημένοστενοχωρημένος, -η, -οστενοχωρημένοι, -ες, -α
InfinAoristστενοχωρήσειστενοχωρηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback