abwägen
 Verb

ζυγίζω Verb
(1)
μετρώ Verb
(0)
αναμετρώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich muss das Wohl der Mehrheit gegen die Intentionen eines Einzelnen abwägen und zwischen beiden Extremen einen Kompromiss finden.Πρέπει να ζυγίζω το καλό των πολλών έναντι της ανάγκης του ατόμου, και να προσπαθώ να τα ισορροπήσω όσα πιο ρεαλιστικά γίνεται.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζυγίζωζυγίζουμε, ζυγίζομεζυγίζομαιζυγιζόμαστε
ζυγίζειςζυγίζετεζυγίζεσαιζυγίζεστε, ζυγιζόσαστε
ζυγίζειζυγίζουν(ε)ζυγίζεταιζυγίζονται
Imper
fekt
ζύγιζαζυγίζαμεζυγιζόμουν(α)ζυγιζόμαστε, ζυγιζόμασταν
ζύγιζεςζυγίζατεζυγιζόσουν(α)ζυγιζόσαστε, ζυγιζόσασταν
ζύγιζεζύγιζαν, ζυγίζαν(ε)ζυγιζόταν(ε)ζυγίζονταν, ζυγιζόντανε, ζυγιζόντουσαν
Aoristζύγισαζυγίσαμεζυγίστηκαζυγιστήκαμε
ζύγισεςζυγίσατεζυγίστηκεςζυγιστήκατε
ζύγισεζύγισαν, ζυγίσαν(ε)ζυγίστηκεζυγίστηκαν, ζυγιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ζυγίσει
έχω ζυγισμένο
έχουμε ζυγίσει
έχουμε ζυγισμένο
έχω ζυγιστεί
είμαι ζυγισμένος, -η
έχουμε ζυγιστεί
είμαστε ζυγισμένοι, -ες
έχεις ζυγίσει
έχεις ζυγισμένο
έχετε ζυγίσει
έχετε ζυγισμένο
έχεις ζυγιστεί
είσαι ζυγισμένος, -η
έχετε ζυγιστεί
είστε ζυγισμένοι, -ες
έχει ζυγίσει
έχει ζυγισμένο
έχουν ζυγίσει
έχουν ζυγισμένο
έχει ζυγιστεί
είναι ζυγισμένος, -η, -ο
έχουν ζυγιστεί
είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ζυγίσει
είχα ζυγισμένο
είχαμε ζυγίσει
είχαμε ζυγισμένο
είχα ζυγιστεί
ήμουν ζυγισμένος, -η
είχαμε ζυγιστεί
ήμαστε ζυγισμένοι, -ες
είχες ζυγίσει
είχες ζυγισμένο
είχατε ζυγίσει
είχατε ζυγισμένο
είχες ζυγιστεί
ήσουν ζυγισμένος, -η
είχατε ζυγιστεί
ήσαστε ζυγισμένοι, -ες
είχε ζυγίσει
είχε ζυγισμένο
είχαν ζυγίσει
είχαν ζυγισμένο
είχε ζυγιστεί
ήταν ζυγισμένος, -η, -ο
είχαν ζυγιστεί
ήταν ζυγισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζυγίζωθα ζυγίζουμε, θα ζυγίζομεθα ζυγίζομαιθα ζυγιζόμαστε
θα ζυγίζειςθα ζυγίζετεθα ζυγίζεσαιθα ζυγίζεστε, θα ζυγιζόσαστε
θα ζυγίζειθα ζυγίζουν(ε)θα ζυγίζεταιθα ζυγίζονται
Fut
ur
θα ζυγίσωθα ζυγίσουμε, θα ζυγίζομεθα ζυγιστώθα ζυγιστούμε
θα ζυγίσειςθα ζυγίσετεθα ζυγιστείςθα ζυγιστείτε
θα ζυγίσειθα ζυγίσουν(ε)θα ζυγιστείθα ζυγιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζυγίσει
θα έχω ζυγισμένο
θα έχουμε ζυγίσει
θα έχουμε ζυγισμένο
θα έχω ζυγιστεί
θα είμαι ζυγισμένος, -η
θα έχουμε ζυγιστεί
θα είμαστε ζυγισμένοι, -ες
θα έχεις ζυγίσει
θα έχεις ζυγισμένο
θα έχετε ζυγίσει
θα έχετε ζυγισμένο
θα έχεις ζυγιστεί
θα είσαι ζυγισμένος, -η
θα έχετε ζυγιστεί
θα είστε ζυγισμένοι, -ες
θα έχει ζυγίσει
θα έχει ζυγισμένο
θα έχουν ζυγίσει
θα έχουν ζυγισμένο
θα έχει ζυγιστεί
θα είναι ζυγισμένος, -η, -ο
θα έχουν ζυγιστεί
θα είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζυγίζωνα ζυγίζουμε, να ζυγίζομενα ζυγίζομαινα ζυγιζόμαστε
να ζυγίζειςνα ζυγίζετενα ζυγίζεσαινα ζυγίζεστε, να ζυγιζόσαστε
να ζυγίζεινα ζυγίζουν(ε)να ζυγίζεταινα ζυγίζονται
Aoristνα ζυγίσωνα ζυγίσουμε, να ζυγίσομενα ζυγιστώνα ζυγιστούμε
να ζυγίσειςνα ζυγίσετενα ζυγιστείςνα ζυγιστείτε
να ζυγίσεινα ζυγίσουν(ε)να ζυγιστείνα ζυγιστούν(ε)
Perfνα έχω ζυγίσει
να έχω ζυγισμένο
να έχουμε ζυγίσει
να έχουμε ζυγισμένο
να έχω ζυγιστεί
να είμαι ζυγισμένος, -η
να έχουμε ζυγιστεί
να είμαστε ζυγισμένοι, -ες
να έχεις ζυγίσει
να έχεις ζυγισμένο
να έχετε ζυγίσει
να έχετε ζυγισμένο
να έχεις ζυγιστεί
να είσαι ζυγισμένος, -η
να έχετε ζυγιστεί
να είστε ζυγισμένοι, -ες
να έχει ζυγίσει
να έχει ζυγισμένο
να έχουν ζυγίσει
να έχουν ζυγισμένο
να έχει ζυγιστεί
να είναι ζυγισμένος, -η, -ο
να έχουν ζυγιστεί
να είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζύγιζεζυγίζετεζυγίζεστε
Aoristζύγισεζυγίστεζυγίσουζυγιστείτε
Part
izip
Presζυγίζονταςζυγιζόμενος
Perfέχοντας ζυγίσει, έχοντας ζυγισμένοζυγισμένος, -η, -οζυγισμένοι, -ες, -α
InfinAoristζυγίσειζυγιστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μετράω, μετρώμετράμε, μετρούμεμετριέμαιμετριόμαστε
μετράςμετράτεμετριέσαιμετριέστε, μετριόσαστε
μετράει, μετράμετράν(ε), μετρούν(ε)μετριέταιμετριούνται, μετριόνται
Imper
fekt
μετρούσα, μέτραγαμετρούσαμε, μετράγαμεμετριόμουν(α)μετριόμαστε, μετριόμασταν
μετρούσες, μέτραγεςμετρούσατε, μετράγατεμετριόσουν(α)μετριόσαστε, μετριόσασταν
μετρούσε, μέτραγεμετρούσαν(ε), μέτραγαν, μετράγανεμετριόταν(ε)μετριόνταν(ε), μετριούνταν, μετριόντουσαν
Aoristμέτρησαμετρήσαμεμετρήθηκαμετρηθήκαμε
μέτρησεςμετρήσατεμετρήθηκεςμετρηθήκατε
μέτρησεμέτρησαν, μετρήσαν(ε)μετρήθηκεμετρήθηκαν, μετρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μετρήσει
έχω μετρημένο
έχουμε μετρήσει
έχουμε μετρημένο
έχω μετρηθεί
είμαι μετρημένος, -η
έχουμε μετρηθεί
είμαστε μετρημένοι, -ες
έχεις μετρήσει
έχεις μετρημένο
έχετε μετρήσει
έχετε μετρημένο
έχεις μετρηθεί
είσαι μετρημένος, -η
έχετε μετρηθεί
είστε μετρημένοι, -ες
έχει μετρήσει
έχει μετρημένο
έχουν μετρήσει
έχουν μετρημένο
έχει μετρηθεί
είναι μετρημένος, -η, -ο
έχουν μετρηθεί
είναι μετρημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μετρήσει
είχα μετρημένο
είχαμε μετρήσει
είχαμε μετρημένο
είχα μετρηθεί
ήμουν μετρημένος, -η
είχαμε μετρηθεί
ήμαστε μετρημένοι, -ες
είχες μετρήσει
είχες μετρημένο
είχατε μετρήσει
είχατε μετρημένο
είχες μετρηθεί
ήσουν μετρημένος, -η
είχατε μετρηθεί
ήσαστε μετρημένοι, -ες
είχε μετρήσει
είχε μετρημένο
είχαν μετρήσει
είχαν μετρημένο
είχε μετρηθεί
ήταν μετρημένος, -η, -ο
είχαν μετρηθεί
ήταν μετρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μετράω, θα μετρώθα μετράμε, θα μετρούμεθα μετριέμαιθα μετριόμαστε
θα μετράςθα μετράτεθα μετριέσαιθα μετριέστε, θα μετριόσαστε
θα μετράει, θα μετράθα μετράν(ε), θα μετρούν(ε)θα μετριέταιθα μετριούνται, θα μετριόνται
Fut
ur
θα μετρήσωθα μετρήσουμε, θα μετρήσομεθα μετρηθώθα μετρηθούμε
θα μετρήσειςθα μετρήσετεθα μετρηθείςθα μετρηθείτε
θα μετρήσειθα μετρήσουν(ε)θα μετρηθείθα μετρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μετρήσει
θα έχω μετρημένο
θα έχουμε μετρήσει
θα έχουμε μετρημένο
θα έχω μετρηθεί
θα είμαι μετρημένος, -η
θα έχουμε μετρηθεί
θα είμαστε μετρημένοι, -ες
θα έχεις μετρήσει
θα έχεις μετρημένο
θα έχετε μετρήσει
θα έχετε μετρημένο
θα έχεις μετρηθεί
θα είσαι μετρημένος, -η
θα έχετε μετρηθεί
θα είστε μετρημένοι, -ες
θα έχει μετρήσει
θα έχει μετρημένο
θα έχουν μετρήσει
θα έχουν μετρημένο
θα έχει μετρηθεί
θα είναι μετρημένος, -η, -ο
θα έχουν μετρηθεί
θα είναι μετρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μετράω, να μετρώνα μετράμε, να μετρούμενα μετριέμαινα μετριόμαστε
να μετράςνα μετράτενα μετριέσαινα μετριέστε, να μετριόσαστε
να μετράει, να μετράνα μετράν(ε), να μετρούν(ε)να μετριέταινα μετριούνται, να μετριόνται
Aoristνα μετρήσωνα μετρήσουμε, να μετρήσομενα μετρηθώνα μετρηθούμε
να μετρήσειςνα μετρήσετενα μετρηθείςνα μετρηθείτε
να μετρήσεινα μετρήσουν(ε)να μετρηθείνα μετρηθούν(ε)
Perfνα έχω μετρήσει
να έχω μετρημένο
να έχουμε μετρήσει
να έχουμε μετρημένο
να έχω μετρηθεί
να είμαι μετρημένος, -η
να έχουμε μετρηθεί
να είμαστε μετρημένοι, -ες
να έχεις μετρήσει
να έχεις μετρημένο
να έχετε μετρήσει
να έχετε μετρημένο
να έχεις μετρηθεί
να είσαι μετρημένος, -η
να έχετε μετρηθεί
να είστε μετρημένοι, -η
να έχει μετρήσει
να έχει μετρημένο
να έχουν μετρήσει
να έχουν μετρημένο
να έχει μετρηθεί
να είναι μετρημένος, -η, -ο
να έχουν μετρηθεί
να είναι μετρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμέτρα, μέτραγεμετράτεμετριέστε
Aoristμέτρησε, μέτραμετρήστεμετρήσουμετρηθείτε
Part
izip
Presμετρώντας
Perfέχοντας μετρήσει, έχοντας μετρημένομετρημένος, -η, -ομετρημένοι, -ες, -α
InfinAoristμετρήσειμετρηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback