φουσκώνω  

  • aufblasen
  • bauschen
  • ausdehnen

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... λιώνει το πολύ κρύο του χειμώνα υποχωρεί και τα ποτάμια ή οι χείμαροι φουσκώνουν. Τα περισσότερα φυτά ανθίζουν αυτή την εποχή του χρόνου, ακόμα και αν ...

... εισπνοής και εκπνοής είναι η ίδια με ένα μπαλόνι που φουσκώνει και ξεφουσκώνει, το μπαλόνι φουσκώνει γιατί η πίεση του έξω για αυτό αέρα είναι μεγαλύτερη ...

... σχεδιασμένο κατάλληλα έτσι ώστε κατά τη διάρκεια μιας πρόσκρουσης να φουσκώνει μπροστά ή στο πλάι του οδηγού και των επιβατών και να προστατεύει τους ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

fuskono, foyskwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
φουσκώσει
μετοχή (ενεστώτας)
φουσκώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας φουσκώνω φουσκώνεις φουσκώνει φουσκώνο(υ)με φουσκώνετε φουσκώνουν(ε)
παρατατικός φούσκωνα φούσκωνες φούσκωνε φουσκώναμε φουσκώνατε φούσκωναν, φουσκώναν(ε)
αόριστος φούσκωσα φούσκωσες φούσκωσε φουσκώσαμε φουσκώσατε φούσκωσαν, φουσκώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα φουσκώνω θα φουσκώνεις θα φουσκώνει θα φουσκώνο(υ)με θα φουσκώνετε θα φουσκώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα φουσκώσω θα φουσκώσεις θα φουσκώσει θα φουσκώσο(υ)με θα φουσκώσετε θα φουσκώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω φουσκώσει έχεις φουσκώσει έχει φουσκώσει έχο(υ)με φουσκώσει έχετε φουσκώσει έχουν(ε) φουσκώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα φουσκώσει είχες φουσκώσει είχε φουσκώσει είχαμε φουσκώσει είχατε φουσκώσει είχαν(ε) φουσκώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω φουσκώσει θα έχεις φουσκώσει θα έχει φουσκώσει θα έχο(υ)με φουσκώσει θα έχετε φουσκώσει θα έχουν(ε) φουσκώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να φουσκώνω να φουσκώνεις να φουσκώνει να φουσκώνο(υ)με να φουσκώνετε να φουσκώνουν(ε)
αόριστος να φουσκώσω να φουσκώσεις να φουσκώσει να φουσκώσο(υ)με να φουσκώσετε να φουσκώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω φουσκώσει να έχεις φουσκώσει να έχει φουσκώσει να έχο(υ)με φουσκώσει να έχετε φουσκώσει να έχουν(ε) φουσκώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας φούσκωνε φουσκώνετε
αόριστος φούσκωσε φουσκώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15