σχολαστικότητα  

  •    Pedanterie
  •    Umständlichkeit
  •    Betulichkeit

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

scholastikotita, sxolastikothta


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ σχολαστικότητα σχολαστικότητες
Genitiv σχολαστικότητας σχολαστικοτήτων
Akkusativ σχολαστικότητα σχολαστικότητες
Vokativ σχολαστικότητα σχολαστικότητες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15