ποθώ  

  •    sehnlich wünschen
  •    sich sehnen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

potho, pothw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ποθήσει
μετοχή (ενεστώτας)
ποθώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ποθώ ποθείς ποθεί ποθούμε ποθείτε ποθούν
παρατατικός ποθούσα ποθούσες ποθούσε ποθούσαμε ποθούσατε ποθούσαν
αόριστος πόθησα πόθησες πόθησε ποθήσαμε ποθήσατε πόθησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ποθώ θα ποθείς θα ποθεί θα ποθούμε θα ποθείτε θα ποθούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ποθήσω θα ποθήσεις θα ποθήσει θα ποθήσουμε θα ποθήσετε θα ποθήσουν
παρακείμενος α' έχω ποθήσει έχεις ποθήσει έχει ποθήσει έχουμε ποθήσει έχετε ποθήσει έχουν ποθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα ποθήσει είχες ποθήσει είχε ποθήσει είχαμε ποθήσει είχατε ποθήσει είχαν ποθήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ποθήσει θα έχεις ποθήσει θα έχει ποθήσει θα έχουμε ποθήσει θα έχετε ποθήσει θα έχουν ποθήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ποθώ να ποθείς να ποθεί να ποθούμε να ποθείτε να ποθούν
αόριστος να ποθήσω να ποθήσεις να ποθήσει να ποθήσουμε να ποθήσετε να ποθήσουν
παρακείμενος α' να έχω ποθήσει να έχεις ποθήσει να έχει ποθήσει να έχουμε ποθήσει να έχετε ποθήσει να έχουν ποθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πόθει ποθείτε
αόριστος πόθησε ποθήστε
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15