λεξιλόγιο  

  • Wortschatz
  • Vokabular

Beispielsätze

Το λεξιλόγιο μιας γλώσσας είναι απεριόριστο.

Quelle: musiclover


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

leksilogio, leksilojio


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ λεξιλόγιο λεξιλόγια
Genitiv λεξιλογίου λεξιλογίων
Akkusativ λεξιλόγιο λεξιλόγια
Vokativ λεξιλόγιο λεξιλόγια
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15