εκκλησία  

  • Kirche
    upvotedownvote

Beispielsätze

Σήμερα το βράδυ θα πάμε στην εκκλησία.

Αυτή η μίζερη παλιά εκκλησία είναι το παλαιότερο κτίριο στην χώρα μας.

Όταν ήμουν νέος, πήγαινα στην εκκλησία όλες τις κυριακές.

Quelle: mululatv, giannis4, babisT


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ekklisia, ekklhsia


Deutsche Synonyme zu: εκκλησία

Andachtsgebäude Gebetshaus Kirche Gotteshaus Kirchengebäude Bethaus Religionsgemeinschaft Religion Glaube Glauben Glaubensrichtung religiöse Überzeugung Weltanschauung


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ εκκλησία εκκλησίες
Genitiv εκκλησίας εκκλησιών
Akkusativ εκκλησία εκκλησίες
Vokativ εκκλησία εκκλησίες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15