απαλό  

  •    sanft
  •    weiche

Beispielsätze

Δεν μπορώ να ξεχάσω την απαλότητά της.

Έχει απαλό δέρμα.

Quelle: musiclover, musiclover


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

apalo

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15