αμβλώνω  

  • amblwnw
    upvotedownvote
  • Ich schließe
    upvotedownvote

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

amvlono, amblwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
αμβλώσει
μετοχή (ενεστώτας)
αμβλώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αμβλώνω αμβλώνεις αμβλώνει αμβλώνο(υ)με αμβλώνετε αμβλώνουν(ε)
παρατατικός άμβλωνα άμβλωνες άμβλωνε αμβλώναμε αμβλώνατε άμβλωναν, αμβλώναν(ε)
αόριστος άμβλωσα άμβλωσες άμβλωσε αμβλώσαμε αμβλώσατε άμβλωσαν, αμβλώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα αμβλώνω θα αμβλώνεις θα αμβλώνει θα αμβλώνο(υ)με θα αμβλώνετε θα αμβλώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα αμβλώσω θα αμβλώσεις θα αμβλώσει θα αμβλώσο(υ)με θα αμβλώσετε θα αμβλώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω αμβλώσει έχεις αμβλώσει έχει αμβλώσει έχο(υ)με αμβλώσει έχετε αμβλώσει έχουν(ε) αμβλώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα αμβλώσει είχες αμβλώσει είχε αμβλώσει είχαμε αμβλώσει είχατε αμβλώσει είχαν(ε) αμβλώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω αμβλώσει θα έχεις αμβλώσει θα έχει αμβλώσει θα έχο(υ)με αμβλώσει θα έχετε αμβλώσει θα έχουν(ε) αμβλώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να αμβλώνω να αμβλώνεις να αμβλώνει να αμβλώνο(υ)με να αμβλώνετε να αμβλώνουν(ε)
αόριστος να αμβλώσω να αμβλώσεις να αμβλώσει να αμβλώσο(υ)με να αμβλώσετε να αμβλώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω αμβλώσει να έχεις αμβλώσει να έχει αμβλώσει να έχο(υ)με αμβλώσει να έχετε αμβλώσει να έχουν(ε) αμβλώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας άμβλωνε αμβλώνετε
αόριστος άμβλωσε αμβλώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15